CHALAR

CHALAR= ΠΡΧ ΤΣΑΛΑΡ> ΣΑΛΕΥΩ, ΣΑΛΤΑΡΩ Ή ΤΡΕΛΑ, ΤΡΕΛΑΙΝΩ,

ΗΧΜ ΛΑΛΑ> ΛΑΛΗΜΕΝΟΣ ΣΤΟ ΜΥΑΛΟ,

ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

chalar 1. ρμ, με τρελαίνει κάτι, μου αρέσει πολύ, me chalan las joyas y los perfumes,

με τρελαίνουν τα κοσμήματα και τα αρώματα

2. ραντ, σαλεύω, τρελαίνομαι, μου στρίβει το μυαλό, χάνω τα λογικά μου,

se chaló cuando perdió a sus hijos, σάλεψε, τρελάθηκε όταν έχασε τα παιδιά του

3. chalarse por, τρελαίνομαι για κάποιον, κάτι, se chala por el fútbol,

τρελαίνεται για το ποδόσφαιρο

se chala por ella, τρελαίνεται για αυτή

chalado, da 1. ε, οικ, σαλεμένος, -η, -ο, τρελός, -ή, -ó, μουρλός, -ή, -ó, ζουρλός, -ή, -ó, λαλημένος, -η, -ο, παρανοϊκός, -ή, -ό, παραφρόνων, -ων, -ον, φρενοβλαβής, -ης, -ες,

últimamente actúa como un chalado, τελευταία ενεργεί σαν τρελός

Hay que estar chalado para intentar cruzar ese río plagado de caimanes,

Πρέπει να είσαι τρελός για να προσπαθήσεις να διασχίσεις αυτό το ποτάμι γεμάτο αλιγάτορες

2. τρελαμένος, -η, -ο για κάποιον, ερωτευμένος, -η, -ο,

está chalado por esa chica, είναι τρελαμένος για αυτή την κοπέλα

3. α θ, τρελός, -ή, λαλημένος, -η, es un chalado peligroso, είναι τρελός για δέσιμο,

είναι θεότρελος, θεοπάλαβος

chaladura 1. θ, πράξεις τρελές, τρελαμάρα, παλαβομάρα, ζουρλαμάρα,

¡deja de hacer chaladuras! άσε τις παλαβομάρες!

2. κατάσταση τρελού, su chaladura es más grave de lo que pensaba,

η τρελαμάρα του είναι πιο ανησυχητική από ό,τι νόμιζα

3. μτφ, τρέλα για κάποιον, κάτι, πάθος, su auténtica chaladura son los coches,

η μεγάλη του τρέλα είναι τα αυτοκίνητα

Scroll to Top