CÁUCASO= ΠΡΧ ΚΑΥΚΑΣΟΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
Cáucaso 1. ονο, Καύκασος
caucáseo, a 1. ε, καυκασιανός, -ή, -ó
2. α θ, Καυκάσιος, Καυκάσια
caucasiano, na 1. ε, καυκασιανός, -ή, -ό
2. α θ, Καυκάσιος, Καυκάσια
caucásico, ca 1. ε, καυκασιανός, -ή, -ó, las lenguas caucásicas, οι καυκασιανές γλώσσες
2. α θ, Καυκάσιος, Καυκάσια