CÁRCEL= ΠΡΧ ΚΑΡΘΕΛ> ΚΑΘΕΙΡΞΗ Ή ΠΡΧ ΚΑΡΚΕΛ> ΚΑΓΚΕΛΑ= ΦΥΛΑΚΗ,
ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
cárcel 1. θ, φυλακή, Juan pasó la noche en la cárcel por manejar en estado de embriaguez,
Ο Χουάν πέρασε τη νύχτα στη φυλακή για οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ,
ή μτφ, φυλακή, la casa de mi tía era una cárcel, το σπίτι της θείας μου ήταν μια φυλακή
2. μτφ, αρμοσφίκτης, ξυλόβιδα, συσφιγκτήρας, sujeta las maderas con la cárcel,
πιάσε το ξύλο με τον αρμοσφίκτη
3. μτφ, ολισθητήρας
4. τυπ, σύστημα δύο δίσκων που στηρίζουν τον κοχλία της πρέσας
5. σνθ, cárcel de alta seguridad, φυλακή υψίστης ασφαλείας
carcelaje 1. α, ιστ, τέλη που καταβάλλονταν στον δεσμοφύλακα βγαίνοντας από τη φυλακή
carcelario, ria 1. ε, της φυλακής
carcelera 1. θ, λαϊκό τραγούδι της Ανδαλουσίας με θέμα την φυλακή
carcelero, ra 1. ε, φυλακής, El ambiente carcelero de esta escuela desmotiva a los alumnos,
Η ατμόσφαιρα φυλακής αυτού του σχολείου αποθαρρύνει τους μαθητές
2. α θ, πρχ καγκελάρης= δεσμοφύλακας, El carcelero tiene las llaves de todas las celdas,
Ο δεσμοφύλακας έχει τα κλειδιά όλων των κελιών
encarcelar 1. ρμ, βάζω σε κάγκελα= φυλακίζω, εγκλείω άνθρωπο
2. νομ, φυλακίζω, Las autoridades encarcelaron a la joven por un crimen que no cometió,
Οι αρχές φυλάκισαν τη νεαρή γυναίκα για ένα έγκλημα που δεν διέπραξε
3. κατ, κλείνω ερμητικά με γύψο
4. ξυλ, πιάνω 2 ξύλα με αρμοσφίκτη, ξυλόβιδα, συσφιγκτήρα
encarcelamiento 1. α, φυλάκιση, εγκλεισμός ανθρώπου
2. νομ, φυλάκιση, registro o asiento de encarcelamiento, μητρώο κρατουμένων
encarcelación 1. θ, φυλάκιση, εγκλεισμός ανθρώπου
desencarcelar 1. ρμ, ξε-καγκελώνω= αποφυλακίζω, απελευθερώνω
le han desencarcelado, τον έχουν αποφυλακίσει
excarcelar 1. ρμ, βγάζω έξω από κάγκελα= αποφυλακίζω
2. ραντ, αποφυλακίζομαι
excarcelación 1. θ, αποφυλάκιση