CARÁCTER= ΠΡΧ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ, ΚΑΡΑ> ΠΡΟΣΩΠΟ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ
carácter πρχ χαρακτήρας
1. α, χαρακτήρας, ιδιοσυγκρασία, προσωπικότητα, tiene un carácter violento,
έχει ένα χαρακτήρα βίαιο
de carácter abierto, είναι ανοιχτός χαρακτήρας
2. χαρακτήρας, φρόνημα, σθένος, τσαγανό για να κάνει κάτι,
es un niño con mucho carácter, είναι ένα παιδί με πολύ τσαγανό
una mujer de carácter, μια γυναίκα με δυνατό χαρακτήρα
3. μτφ, χαρακτήρας σαν είδος σε κάτι, ύφος, φύση,
la información es de carácter confidencial, η πληροφορία είναι με χαρακτήρα εμπιστευτικό
obra de carácter dramático, δραματικό έργο
4. τυπ, στοιχείο, χαρακτήρας
5. πλφ, χαρακτήρας
6. εκφ, dar, imprimir carácter a algo, alguien, προσδίδω χαρακτηριστικά σε,
su enseñanza dio carácter a toda una generación,
η διδασκαλία του προσέδωσε χαρακτηριστικά σε μια ολόκληρη γενιά
tener carácter, έχω σθένος
tener mucho carácter, έχω έντονη προσωπικότητα
con carácter de, > ώς, σαν, asistió con carácter de representante del presidente,
παραβρέθηκε ως αντιπρόσωπος του προέδρου
característica 1. θ, χαρακτηριστικό, la claridad es una de las características del libro,
η σαφήνεια είναι ένα απο τα χαρακτηριστικά του βιβλίου
2. μαθ, εκθέτης αριθμού
3. σνθ, características técnicas, τεχνικά χαρακτηριστικά
característico, ca 1. ε, χαρακτηριστικός, -ή, -ό, su andar característico,
το χαρακτηριστικό του βάδισμα
2. α θ, θτρ, καρατερίστας
caracterizar 1. ρμ, χαρακτηρίζω, διακρίνω, su diplomacia lo caracteriza,
η διπλωματία του τον χαρακτηρίζει
El suspenso caracteriza las novelas de Agatha Christie,
Η αγωνία, το σασπένς χαρακτηρίζει τα μυθιστορήματα της Άγκαθα Κρίστι
2. χαρακτηρίζω, προσδιορίζω κάτι, han caracterizado un nuevo tipo de hongos,
έχουν χαρακτηρίσει ένα νέο είδος από μύκητες
3. μτφ, παίζω ένα χαρακτήρα= ερμηνεύω, ενσαρκώνω, υποδύομαι, περιγράφω,
caracteriza al Rey, ερμηνεύει τον Βασιλιά
La novela caracteriza al protagonista como un hombre solitario y sin amigos,
Το μυθιστόρημα περιγράφει τον πρωταγωνιστή ως ένα άντρα μοναχικό και χωρίς φίλους
4. θτρ, κνμ, χαρακτηρίζω> ντύνω τον χαρακτήρα, μεταμφιέζω για ρόλο,
Su trabajo consiste en caracterizar a los actores para su papel,
Η δουλειά του είναι να χαρακτηρίζει τους ηθοποιούς για τον ρόλο τους
5. ραντ, χαρακτηρίζεται, διακρίνεται, El nuevo modelo se caracteriza por su velocidad,
Το νέο μοντέλο χαρακτηρίζεται από την ταχύτητα του
6. ραντ, δίνω χαρακτηριστικά στο πρόσωπο= βάφομαι, βάζω μακιγιάζ,
se caracterizó de anciano, βάφτηκε σαν γέρος
7. ραντ, μεταμφιέζομαι σε χαρακτήρα, Lidia se caracterizó de diosa romana para la obra,
Η Λύδια μεταμφιέστηκε Ρωμαία θεά για το έργο
caracterización 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του caracterizar, caracterizarse, χαρακτηρισμός
2. μακιγιάζ, μακιγιάρισμα
caracterizado, da 1. ε, χαρακτηριζόμενος, -η, -ο, προσδιοριζόμενος, -η, -o,
caracterizado por su política social, χαρακτηριζόμενος για την κοινωνική πολιτική του
2 . μτφ, χαρακτηρισμένος από όλους= εξέχων, -ουσα, -ον, διακεκριμένος, -η, -ο,
es un caracterizado miembro del parlamento, είναι ένα εξέχων μέλος του κοινοβουλίου
caracterizador, ra 1. ε, που χαρακτηρίζει> χαρακτηριστικός, -ή, -ό, ευδιάκριτος, -η, -o,
nos habló de los elementos caracterizadores de los pueblos amerindios,
μας μίλησε για τα χαρακτηριστικά στοιχεία των Αμερικανοϊνδιάνικων λαών
2. α θ, κνμ, θτρ, αμπιγέρ, ενδυτής, επειδή χαρακτηρίζει με ρούχα
caracterología, caracteriología 1. θ, χαρακτηρολογία
caracterológico, ca, caracteriológico, ca 1. ε, χαρακτηρολογίας
caletre πρχ καλετρε> καλή-κούτρα ή κούτρα, καλό-τρο-πος νους> καλή σκέψη, μυαλό
1. α, καλή διάκριση, οξυδέρκεια, λογική, tiene mucho caletre, έχει πολλή οξυδέρκεια
2. εκφ, de su propio caletre, από την δική του κούτρα= της επινόησης
Tener poco caletre, Έχω λίγο νιονιό
carantoña 1. θ, πρχ καλό-τονα λόγια= κολακεία, γαλιφιές,
me hizo mil carantoñas hasta que le di el permiso,
μου έκανε 1000 κολακείες μέχρι που του έδωσα την άδεια
2. εκφ, hacerle carantoñas a alguien, κάνω γαλιφιές, καλοπιάνω, κολακεύω κάποιον
carantoñero, ra 1. α θ, πρχ καλο-τονάρης στα λόγια= κόλακας
carátula πρχ κάρα> πρόσωπο
1. θ, μάσκα για πρόσωπο, προσωπείο, Arriba de la puerta del teatro estaban colgadas las carátulas de la comedia y la tragedia, Πάνω από την πόρτα του θεάτρου ήταν κρεμασμένες οι μάσκες της κωμωδίας και της τραγωδίας
2. πρόσωπο ατόμου
3. μορφασμός
4. μτφ, εξώφυλλο σε βιβλίο, δίσκο, θήκη, La carátula del libro es roja,
Το εξώφυλλο του βιβλίου είναι κόκκινο
5. μτφ, θέατρο, Belicias es el actor más codiciado de la carátula,
Ο Μπελίσιας είναι ο πιο περιζήτητος ηθοποιός του θεάτρου
caratulero πρχ καρα-φιακτ-άρης
1. α, κατασκευαστής μασκών
2. έμπορος μασκών
cariz πρχ χάραξη ή κάρα> πρόσωπο
1. α, χάραξη σε θέμα= τροπή, el cariz de los acontecimientos, η τροπή των γεγονότων
2. χαρακτήρας, ύφος, όψη, la ciudad tiene un cariz colonial,
η πόλη έχει αποικιακό χαρακτήρα
3. εκφ, tomar algo buen, mal cariz, παίρνει κάτι καλή, κακή χάραξη> πορεία, τροπή
saja πρχ ηχμ σακχ ή σαχα> σχι-σιμο
1. θ, ιατ, τομή, κόψιμο, σαν ήχος σκισίματος
sajadura 1. θ, ιατ, τομή, κόψιμο
sajar 1. ρμ, ιατ, σχίζω, τέμνω, κόπτω
zanjar μτθ ζαν-χαρ> χαρ-άζειν την γη > σκάβω σα να χαράζω έδαφος
μτθ ζαν-χαρ> χαν-τα(ζ)ακ> χαντακώνω> ανοίγω χαντάκια
1. ρμ, σκάβω στενόμακρα, ανοίγω χαντάκι ή σκάβω για θεμέλια κτιρίου,
están zanjando la calle para cambiar las tuberías del agua,
χαντακώνουν, σκάβουν τον δρόμο για να αντικαταστήσουν τους σωλήνες ύδρευσης
zanjaron una gran cantidad de tierra para hacer los cimientos,
έσκαψαν μια μεγάλη ποσότητα χώματος για να φτιάξουν τα θεμέλια
2. ρα, μτφ, πρχ ζανχαρ> ζαχαρώνω κατάσταση, ζήτημα= τακτοποιώ, εξομαλύνω,
διευθετώ, επιλύω, El juez zanjó la disputa sobre la herencia con un fallo inapelable,
Ο δικαστής διευθέτησε τη διαμάχη για την κληρονομιά με μια μη εφεσίβλητη απόφαση
zanja μτθ ζαν-χα> χα-ντζακι> χαντάκι, μτθ χαρ-αζειν έδαφος
1. θ, τάφρος, χαντάκι, όρυγμα, han hecho una zanja para meter las tuberías del gas,
έχουν κάνει ένα χαντάκι για να τοποθετήσουν τους σωλήνες φυσικού αερίου
2. κατ, τάφρος για θεμέλια
3. στρ, χαράκωμα
4. εκφ, abrir las zanjas, ανοίγω τα χαντάκια, σκάβω για θεμέλια
ή μτφ, ξεκινώ κάτι
zanjón 1. α, μεγάλο χαντάκι, τάφρος