CAOS

CAOS= ΠΡΧ ΧΑΟΣ, ΠΡΧ ΓΚΑΖΙ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

caos 1. α, χάος

caóticamente επρ, χαοτικά,

caótico, ca 1. ε, χαοτικός, -ή, -ó

gas πρχ γκάζι

1. α, αέριο, el aire que respiramos es un gas, ο αέρας που αναπνέουμε είναι ένα αέριο calefacción de gas, θέρμανση με αέριο

agua con gas, ανθρακούχο νερό

2. οικ, μτφ, δυνάμεις, el jugador se quedó sin gas, o παίχτης έμεινε χωρίς δυνάμεις

pérdida de gas, απώλεια ενέργειας

3. σνθ, gas butano, βουτάνιο

gas ciudad, αέριο πόλης, φωταέριο

gas de carbón, αέριο από λιθάνθρακα

gas natural, φυσικό αέριο

gas nervino, νευροπαραλυτικό αέριο

gas noble, αδρανές αέριο

gas propano, προπάνιο

gas de hulla, αέριο από λιθάνθρακα

gas de los pantanos, αέριο των ελών, μεθάνιο

4. εκφ, a medio gas, στο ρελαντί

a todo gas, στο φουλ, τέρμα τα γκάζια

dar gas, πατάω γκάζι στο αμάξι

instalar, poner el gas, κάνω εγκατάσταση αερίου, βάζω αέριο

perder gas, μτφ, χάνω δυνάμεις, ξεφουσκώνω.

gases 1. α πλ, μτφ, αέρια στομαχιού

gaseado, da 1. ε, για υγρό, αεριούχος, -ος, -o, ανθρακούχος, -α, -o

2. για άτομο, προσβεβλημένος, -η, -o από αέρια

gaseado 1. α, έκλυση, διάχυση αερίων

desgasificador 1. α, τχν, πρχ ξε-γκαζοτηρας> απαεριωτής, απαγωγέας ατμών

gasear 1. ρμ, αεριοποιώ υγρό

2. δηλητηριάζω με αέριο άτομο, En Auschwitz, se usó Zyklon-B para gasear a las víctimas,

Στο Άουσβιτς, το Zyklon-B χρησιμοποιήθηκε για να δηλητηριάσουν με αέρια τα θύματα

gaseiforme 1. ε, φσκ, αεριόμορφος, -η, -ο, σε αέρια μορφή

gaseoducto 1. α, αγωγός αερίου, αερι-αγωγός

gaseoso, sa 1. ε, αεριώδης, -ης, -ες

gasfitero 1. ε, πρχ γκαζο-φωτ-αρικο= σχετικός, -ή, -ό με το φωτ-αέριο

gasificar 1. ρμ, χημ, αεριοποιώ

gasificación 1. θ, αεριοποίηση

gasificable 1. ε, αεριοποιούμενος, -η, -ο

gasista 1. ε, σχετικός, -ή, -ό με το φωταέριο

2. α, τεχνίτης εγκαταστάσεων φωταερίου

gasoducto 1. α, πρχ γκαζ-οδηγός= αγωγός αερίου, αεριαγωγός

gasofa 1. θ, οικ, βενζίνη

gasógeno 1. α, τχν, αεριογόνος συσκευή

gasoil, gas-oil, gas oil πρχ γκαζ-έλαιο

1. α, ντίζελ, πετρέλαιο κίνησης

2. πετρέλαιο θέρμανσης

gasóleo 1. α, ντίζελ, πετρέλαιο κίνησης για όχημα

2. πετρέλαιο θέρμανσης

gasolero 1. α, ντιζελοκίνητο όχημα

gasolina πρχ γκαζ-έλαιο

1. θ, βενζίνη

2. χημ, βενζίνη

3. σνθ, gasolina con plomo, βενζίνη με μόλυβδο

gasolina eurosúper, βενζίνη ευρωσούπερ

gasolina normal, κοινή βενζίνη

gasolina sin plomo, essence αμόλυβδη βενζίνη

gasolina súper, βενζίνη σούπερ

4. εκφ, repostar gasolina, βάζω βενζίνη

gasolinera 1. θ, βενζινάδικο

2. βενζινάκατος

gasómetro 1. α, γκαζόμετρο, αεριόμετρο

gasometría 1. θ, μέτρηση των αερίων των χημικών αντιδράσεων

Scroll to Top