CANTO

CANTO= ΠΡΧ ΑΚΑΝΘΟ, ΚΩΝΟΣ, ΓΩΝΙΑ, ΠΡΧ ΚΑΝΤΟΝΙ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

canto πρχ α-κανθο= μύτη σε κάτι, πρχ γωνιά, πρχ κώνος και τις ιδιότητες τους

1. α, άκρο σε κάτι, ακμή, γωνία, άκρη, κόψη, el canto de la mesa, η γωνιά του τραπεζιού

el canto de la silla, η άκρη της καρέκλας

2. στεφάνη σε νόμισμα, el canto de la moneda era grabado,

η στεφάνη του κέρματος ήταν χαραγμένη

3. κάτω άκρο ή πάνω άκρο σε βιβλίο, πλευρά, κόψη βιβλίου,

una edición de canto dorado, έκδοση με χρυσή κόψη των σελίδων

4. ράχη απο κοφτερό πράγμα, el canto del cuchillo, η ράχη του μαχαιριού

5. πάχος σε κάτι, el canto del estante, το πάχος του ραφιού

6. κροκάλα

7. παιχνίδι παλέτια

8. κομμάτι πέτρας, afiló el cuchillo en el canto, ακόνισε το μαχαίρι στην πέτρα

9. εκφ, al canto, πρχ κοντά, για κάτι επικείμενο, tenemos tormenta al canto,

έχουμε καταιγίδα πολύ κοντά

de canto, στο πλάι, le gusta dormir de canto, του αρέσει να κοιμάται στο πλάι

darse con un canto en los dientes, δίνω με άκανθο στα δόντια= φτηνά την βγάζω

faltar el canto de un duro, στη κόψη δεν έγινε κάτι, λίγο έλειψε, παρά τρίχα

por el canto de un duro, στο τσάκ, παρά τρίχα

cantera πρχ κων-ιερα ή κωνό-πετρα= κωνικές οι πέτρες στο λατομείο

1. θ, λατομείο πέτρας, νταμάρι, es una cantera de mármol,

είναι ένα λατομείο μαρμάρου

2. μτφ, φυτώριο ατόμων σε κάτι, es una cantera de futbolistas,

είναι φυτώριο ποδοσφαιριστών

canterano, na 1. α θ, αθλ, παίκτης, -ια από το φυτώριο της ομάδας του

cantería 1. θ, τέχνη λιθοδομής

2. λατόμηση

cantazo 1. α, χτύπημα με πέτρα

cantero 1. α, λατόμος, νταμαρτζής

2. λιθοδόμος

3. γωνία ψωμιού

cantillo 1. α, λιθαράκι που χρησιμοποιείται στα πεντόβολα

cantillos 1. α πλ, παιχνίδι πεντοβολά

cantizal α, πετρώδες έδαφος, λιθώνας

cantonera 1. θ, γωνία βιβλίου

2. γωνιακό έπιπλο

cantonero, ra 1. ε, γωνιακός, -ή, -ó

descantonar ρμ, πρχ ξε-ακανθίζω= ξεγωνιάζω, σπάζω, χαλώ τις άκρες, μύτες, γωνιές,

en el viaje se descantonaron todas las mesas, στο ταξίδι ξεγωνιάστηκαν όλα τα τραπέζια

recantón 1. α, τροχοσόβη

cantón 1. α, καντόνι στην Ελβετία

2. γωνία

3. μτφ, στρατωνισμός, σαν ενα καντόνι

4. ερλ, τετραγωνίδιο

5. σνθ, cantón redondo, ράσπα

cantonal 1. ε, καντονικός, -ή, -ό, σχετικό με το καντόνι

cantonalismo 1. α, καντοναλισμός, καθεστώς, πολίτευμα με διοικητική διαίρεση σε καντόνια= αυτοδιοικούμενες περιοχές

2. ιδιότητα αυτού που υποστηρίζει αυτό το καθεστώς

cantonalista 1. ε, καντοναλιστικός, -ή, -ό, υπερ του καντοναλισμού

2. καντοναλιστής, -ια

acantonar 1. ρμ, στρ, καντονίζω= εγκαθιστώ στρατιωτικό καταυλισμό

2. ραντ, στρ, καταυλίζομαι, στρατοπεδεύω

acantonamiento 1. α, στρ, στρατιωτικός καταυλισμός

cantonear 1. ρα, μτφ, πάω απο γωνιά σε γωνιά= περιπλανώμαι

contonearse 1. ραντ, πρχ συν-δονίζω ή συν-τονίζω το σώμα μου= κουνιέμαι, λικνίζομαι

se contoneaba provocativamente, λικνιζόταν προκλητικά

contoneo 1. α, κούνημα, λίκνισμα

decantador πρχ δια-χωνιστήρι υγρού, σαν κώνος, χωνί η μύτη

1. α, δοχείο, καράφα για μετάγγιση οίνου

decantar πρχ δια-χωνίζω υγρό ή κάνω καντάδα υπερ κάποιου

1. ρμ, μεταγγίζω, εκχύω υγρό από ένα δοχείο σε άλλο,

decantar el vino, μετάγγισε το κρασί σε κανάτα

2. μτφ, γέρνω υπερ μια κατάσταση, ανατρέπω, σαν να δια-χωνίζω υγρό,

Mesi decantó el partido a favor de su equipo,

o Μέσι ανέτρεψε το παιχνίδι υπέρ της ομάδας του

3. μτφ, επαινώ, εγκωμιάζω, εξυμνώ, decantar las hazañas de un santo,

εξυμνώ τα ανδραγαθήματα ενός αγίου

4. ραντ, decantarse hacia, δια-γωνιάζω προς= γέρνω, κλίνω προς,

el partido se decantaba hacia la izquierda, το κόμμα έκλινε προς την αριστερά

5. decantarse por, γέρνω, κλίνω υπερ, τείνω προς, προτιμώ,

la gente parece decantarse por el voto de derecha,

ο κόσμος φαίνεται να κλίνει υπερ την δεξιά ψήφο

decantación 1. θ, μετάγγιση υγρού

2. κλίση προς κάτι, κάποιον, γούστο, προτίμηση

3. τάση προς κάτι

acantilado πρχ άκανθος, γωνιά, κώνος= άκρη, μύτη

1. α, απόκρημνη ακτή

2. απόκρημνη, απότομη πλαγιά

acantilado, da 1. ε, για βυθό θάλασσας, ακτή, απόκρημνος, -η, -o,

fondo acantilado, βυθός απόκρημνος

cantil 1. α, γκρεμός, κρημνός

descantillar 1. ρμ, πρχ ξε-γωνιάζω= σπάζω, χαλώ την άκρη, γωνία, χείλος αντικειμένου

descantillar la mesa, ξεγωνιάζω το τραπέζι

2. για βιβλίο, ξακρίζω

3. μτφ, για ποσότητα, αφαιρώ, εκπίπτω, καταχρώμαι, υπεξαιρώ

4. ραντ, ξεγωνιάζομαι, σπάζω, χαλώ την άκρη, γωνία, χείλος αντικειμένου

el jarrón se descantilló al caerse, το βάζο έσπασε το χείλος του όταν έπεσε

escantillar 1. ρμ, ατκ, παίρνω μέτρα, σαν απο γωνιά σε γωνιά

escantillón πρχ σκαρί

1. α, τχν, πρότυπο, δείγμα, πατρόν

2. κατ, διαστάσεις εγκάρσιας τομής μιας τυποποιημένης σανίδας

3. ναυ, στοιχεία κατασκευής πλοίου

chaflán 1. α, μτθ τσα-φλαν> φαλ-τσον= φαλτσάρισμα, γωνιοτομή, λοξή κοπή, λοξοτομή

2. μτφ, γωνιά κτιρίου, οικοδομικού τετραγώνου,

la tienda hace chaflán, το μαγαζί κάνει γωνιά= είναι γωνιακό

te espero a las 10 en este chaflán, σε περιμένω στις 10 σε αυτή την γωνία

chaflanar 1. ρμ, κάνω λοξή κοπή, γωνιοτομή, λοξοτομή

achaflanar 1. ρμ, κόβω λοξά

calicantácea 1. θ, βοτ, καλυκανθοειδή

chantillí, chantilly 1. α, πρχ σαντιγί

2. κοπανέλλι

Scroll to Top