CANOA= ΠΡΧ ΚΑΝΟ
canoa 1. θ, κανό
2. άθλημα κανό, κανόε
canoero, ra 1. α θ, αθλητής, αθλήτρια κανόε
canotaje 1. α, κωπηλασία με κανό
cayuco 1. α, είδος κανό, πιρόγα
caoba 1. θ, πρχ σαν κανό= ξύλο μαόνι
2. ε, σχετικός, -ή, -ó με μαόνι
CANOA= ΠΡΧ ΚΑΝΟ
canoa 1. θ, κανό
2. άθλημα κανό, κανόε
canoero, ra 1. α θ, αθλητής, αθλήτρια κανόε
canotaje 1. α, κωπηλασία με κανό
cayuco 1. α, είδος κανό, πιρόγα
caoba 1. θ, πρχ σαν κανό= ξύλο μαόνι
2. ε, σχετικός, -ή, -ó με μαόνι