CANO

CANO= ΠΡΧ ΠΕΛΕ-ΚΑΝΟΣ> ΠΙΛΟ-ΚΑΝΟ= ΑΣΠΡΗ-ΤΡΙΧΑ, ΓΚΡΙΖΑ ΤΡΙΧΑ, ΓΚΡΙΖΟΜΑΛΛΗΣ,

ΜΤΦ ΚΑΝΙΑ> ΣΑΝ ΤΡΙΧΕΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

cana 1. θ, πρχ πελε-κάνος> πιλο-κάνο= άσπρη τρίχα, tiene bastantes canas,

έχει αρκετές άσπρες τρίχες

2. εκφ, echar una cana al aíre, οικ, μτφ, ρίχνω την άσπρη τρίχα> μαλλί στον αέρα=

το ρίχνω έξω πού και πού, ¡vamos a echar una cana al aire, que hace mucho que no salimos!

Πάμε να το ρίξουμε έξω, έχει περάσει καιρός που δεν βγαίνουμε!

peinar canas, χτενίζω άσπρες τρίχες= είμαι μεγάλος, ηλικιωμένος, έχω άσπρα μαλλιά,

tienes que respetarme, que ya peino canas, πρέπει να με σέβεσαι, ήδη έχω άσπρα μαλλιά

quitar mil canas a alguien, κόπτω ή αφαιρώ 1000 άσπρες τρίχες σε κάποιον= χαροποιώ, ικανοποιώ πολύ κάποιον, su visita me quito mil canas, η επίσκεψη σου με χαροποίησε

canicie 1. θ, γκριζάδα των μαλλιών

cano, na 1. ε, για μαλλί, άσπρος, -η, -o, una anciana cana, μια γριά με άσπρα μαλλιά

2. με άσπρα μαλλιά, ηλικιωμένος, -η, -ο

3. με χρώμα, λευκός, -ή, -ό, άσπρος, -η, -ο, El filósofo chino tenía la barba cana y larga,

Ο Κινέζος φιλόσοφος είχε την γενειάδα λευκή και μακριά

4. γκρίζος, -α, -ο, γκριζομάλλης, -α, -ικο, Mi hermoso cabello rubio ahora es cano,

Τα όμορφα ξανθά μαλλιά μου είναι τώρα γκρίζα

Vi a Sofía cenando con un hombre alto y cano

Είδα τη Σοφία να δειπνεί με έναν ψηλό, γκριζομάλλη άντρα

5. μτφ, παλαιός, -α, -ο

canoso, sa 1. ε, γκρίζος, -α, -o, γκριζο-μάλλης, -α, -ικο,

melena canosa, χαίτη γκρίζα

barba canosa, γκρίζα γενειάδα

sienes canosas, γκρίζοι κρόταφοι

anciano canoso, γέρος ασπρομάλλης

entrecano, na 1. ε, για μαλλί, γένια, μισο-γκρίζος, -α, -ο, ψαρής, -ιά, -í, ψαρός, -ιά, -ó, σταχτής, -ιά, -ί, su barba entrecano le da un aspecto muy atractivo,

το μισό-γκριζο γένι του του δίνει μια όψη πολύ ελκυστική

2. για άτομο, γκριζο-μάλλης, -α, -ικο, ψαρο-μάλλης, -α, -ικο

encanecer 1. ρα, ραντ, για μαλλί, γένι, ασπρίζω, γκριζάρω,

El cabello de algunos hombres encanece muy pronto,

Τα μαλλιά ορισμένων ανδρών γκριζάρουν πολύ νωρίς

canear 1. ρμ, οικ, μτφ, χτυπώ με κανιά= δέρνω, τις βρέχω σε κάποιον,

si no me marcho ahora mismo me van a canear en mi casa,

αν δεν φύγω τώρα αμέσως θα μου τις βρέξουν σπίτι μου

Scroll to Top