CAÑAMO

CAÑAMO= ΠΡΧ ΚΑΝΝΑΒΗ, ΚΑΝΑΒΟΥΡΙ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

cáñamo 1. α, βοτ, κάνναβη

2. ίνα κάνναβης

3. σνθ, cáñamo de Manila, βοτ, αβάκα, καννάβι Μανίλας

cáñamo indio, índico, de Indias, απόκυνον το καννάβιον

cañamón 1. α, βοτ, κανναβούρι, κανναβόσπορος, σπόρος καννάβεως

cañamal, cañamar 1. α, φυτεία κάνναβης

cañamazo 1. α, στουπί από κάνναβη

2. ύφασμα από κάνναβη

3. ύφασμα καμβά

cañamiza 1. θ, στουπί

cañameño, ña 1. ε, καννάβινος, -η, -ο, κανναβένιος, -η, -ο

cañamero, ra 1. ε, καννάβινος, -η, -ο, κανναβένιος, -η, -ο

cannabis 1. α, κάνναβη

canabínea 1. θ, βοτ, κανναβινίδα, κανναβινοειδές

cannabácea 1. θ, βοτ, κανναβοειδές

cannabinoide 1. ε, α, κανναβινοειδής, -ής, -ές, κανναβινοειδές

Scroll to Top