CAÑA

CAÑA= ΠΡΧ ΚΑΝΝΗ, ΚΑΝΙΑ, ΚΑΛΑΜΙ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

caña

1. θ, καλάμι

2. καλαμιά

3. κνημιαίο οστό, καλάμι

4. μτφ, μεσαίο ποτήρι μπύρας

5. μυελός των οστών, μεδούλι

6. κάννη όπλου

7. μτφ, γλυκό φλογέρα

8. καλάμι σαν μέρος μπότας

9. ναυ, λαγουδέρα, σαν κάννη, και κορμός άγκυρας

10. ατκ, στέλεχος του κίονα, της κολόνας

11. ορυ, μτφ στοά

12. σνθ, caña del timón, ναυ, λαγουδέρα

caña de mosca, καλάμι ψαρέματος με μύγα

caña de pescar, καλάμι ψαρέματος

caña de vaca, βοδινό μεδούλι, κόκαλο βοδινού

caña borde, βοτ, (βάρβαρο) αγριο-κάλαμο

caña común, καλάμι

caña de azúcar, ζαχαρο-κάλαμο

caña del pulmón, τραχεία

13. εκφ dar, meter caña a algo οικ δίνω, βάζω καλάμι σε κάτι= πιέζω μια κατάσταση

dar, meter caña a alguien οικ μτφ βαράω κάποιον ή πιέζω κάποιον

de caña alta ψηλή (μπότα)

de media caña χαμηλή (μπότα)

cañas 1. θ πλ, αγώνας έφιππων ομάδων που πετούν καλάμια η μία στην άλλη

2. εκφ, correr cañas, συμμετοχή σε αγώνα έφιππων ομάδων που πετούν καλάμια η μία στην άλλη

cañada 1. θ, μτφ, στενή κοιλάδα

2. μτφ, διαδρομή μετακίνησης κοπαδιού για βοσκή

3. σνθ, real cañada, διαδρομή μετακίνησης κοπαδιού για βοσκή

cañafístola, cañafístula 1. θ, βοτ, κασσία

2. βοτ, καρπός κασσίας

cañal 1. α, καλαμιώνας

2. περίφραξη από καλάμια

3. κανάλι

cañar 1. α, καλαμιώνας

2. περίφραξη από καλάμια

cañavera 1. θ, πρχ κανο-βάρβαρο = αγριο-κάλαμο

cañaveral 1. α, καλαμιώνας

2. φυτεία με αγριο-καλαμιές

cañamiel 1. α, πρχ κανο-μελο= ζαχαρο-κάλαμο

cañazo 1. α, καλαμιά= χτύπημα που δίνεται με καλάμι

encañada 1. θ, φαράγγι, μτφ σαν κάννη μέσα σε βουνά

encañado 1. α, αγωγός

2. πλέγμα στήριξης σε κήπο

3. αγρ, αποστραγγιστικός αγωγός

4. αγρ, αποστράγγιση

5. τχν, πλέγμα

encañar πρχ εν-καλαμίζω για κάτι

1. ρμ, διοχετεύω νερό μέσω καναλιών

2. κουβαριάζω κλωστή, μετάξι

3. αγρ, αποστραγγίζω έδαφος

4. αγρ, στηρίζω φυτό με πάσσαλο

encañizada 1. θ, διβάρι για ψάρεμα

2. ιχθυο-φραγμός από καλάμια σε ποτάμι, θάλασσα

3. για φυτά, πλέγμα στήριξης

sobrecaña 1. θ, ιππ, πρχ επι-κάννη = οστέινος όγκος των εμπρόσθιων ποδών του ίππου

caño πρχ κάλαμος

1. α, μτφ, κομμάτι σωλήνωσης, αγωγός, σωλήνας

2. πίδακας, una fuente de caños, ένα σιντριβάνι με πίδακες

3. σωλήνας αποχέτευσης

4. μσκ, άνοιγμα αέρα

5. ναυ, πλωτό κανάλι

cañería 1. θ, σύνολο σωλήνων για νερό, αέριο

cañero, ra 1. ε, ζαχαρο-καλαμικός, -ή, -ό, που έχει σχέση με το ζαχαρο-κάλαμο

agricultura cañera, παραγωγή ζαχαρο-καλαμική

2. ε, μτφ, για μουσική, δυνατός, -ή, -ó, καλάμια σαν αυλοί, una fiesta muy cañera,

ένα πολύ δυνατό πάρτι

3. για τσακωμό, φασαριόζικος, -η, -o, σαν να χτυπιούνται με καλάμια

cañero 1. α, υδραυλικός ή σωληναράς, που φτιάχνει σωλήνες

2. δίσκος για στενόμακρα ποτήρια= κάννες

cañizal, cañizar 1. α, καλαμι-ώνας

2. φυτεία ζαχαρο-κάλαμου

cañizo 1. α, φράκτης από καλάμια

cañuto 1. α, μεσο-κόμβος καλαμιού

2. σωλήνας

cenacho 1. α, πανέρι από καλάμια, κοφίνι, un cenacho de verduras,

ένα πανέρι με λαχανικά

contracanal πρχ κοντρα-κάναλο 1. α, τχν, διακλάδωση αγωγού, αποστραγγίσεως

cañutería 1. θ, μτφ, χρυσοκέντημα σαν καλαμιά χρυσή

2. μσκ, το σύνολο των αυλών (καννων) ενός οργάνου

cañutero, canutero 1. α, πρχ καννο-θέτης = καρφιτσο-θήκη με κυλινδρικό σχήμα

cañutillo 1. α, μτφ, στριμμένο χρυσό ή ασημένιο νήμα, σαν καλάμι

canana 1. θ, σαν κάννη μικρή= φυσιγγιο-θήκη, φισεκλίκι

canutas 1. θ πλ, εκφ, pasarlas canutas, οικ, μτφ, τα περνάω μεσ’ τα καλάμια= φτώχια, ταλαιπωρούμαι, περνάω από χίλια βάσανα

canutillo 1. α, σπιράλ βιβλιοδεσίας, σαν καλάμι κυλινδρικό,

canutillos de plástico, πλαστικά σπιράλ

2. κοτλέ ύφασμα, pana de canutillo, ύφασμα κοτλέ

3. κλωστή χρυσή, χρυσό ή ασημένιο νήμα

bordado de canutillo, χρυσο-κέντημα, σαν καλάμι η ραφή

4. blusa de canutillo, μπλούζα με χρυσοκέντημα

canuto 1. α, σωλήνας

2. οικ, μτφ, τσιγαριλίκι

3. βοτ, μεσοκόμβος καλαμιού

encanutar 1. ρμ, πρχ εν-κανίζω= στρίβω τσιγάρο, σαν καλάμι

canácea 1. θ, βοτ, καλαμο-ειδές

cánula 1. θ, ιατ, κάν-ουλα, σωλην-ίσκος

canela 1. θ, κανέλα

2. μτφ, κάτι θεσπέσιο

3. σνθ, canela en polvo, κανέλα σε σκόνη

canela en rama, κανέλα σε ξυλάκια

4. εκφ, ser canela fina, οικ, μτφ, είμαι εκλεκτό, εκλεπτυσμένο, εξαιρετικό,

esta crema es canela fina, Αυτή η κρέμα είναι εκλεκτή

canelero 1. α, κανελό-δεντρο

canelo, la 1. ε, καννελής, -ιά, -í

canelo 1. α, κανελό-δεντρο

2. εκφ, hacer el canelo, οικ, μτφ κάνω το κανελί= πιάνομαι κορόιδο

canelón 1. α, κανελόνι ζυμαρικό

2. υδρορροή

3. παγοκρύσταλλος

4. κρόσσι σαν κανελόνι

canilla 1. θ, μακρύ οστό

2. κνήμη

3. μασούρι τυλιγμένο σε κύλινδρο= σαν καλάμι

canillera 1. α, πρχ καναλιερα= περικνημίδα πανοπλίας

canillero 1. α, στόμιο βαρελιού, σαν κάννη μικρή

encanillar 1. ρμ, κουβαριάζω, σαν να τυλίγω σε κάννη= κύλινδρο

acanillado, da 1. ε, για ύφασμα, χαρτί με σχήματα καλαμιού= ριγωτός, -ή, -ó

canal πρχ κανάλι

1. α, κανάλι σαν πέρασμα από νερό, στενό σε 2 νησιά, ηπείρους,

el canal es navegable, το κανάλι είναι πλωτό,

el canal de Pánama, το στενό της Παναμά

2. κανάλι, αγωγός νερού, αέριου

3. μτφ, κανάλι σταθμού, netflix es un canal, το νετφλιξ είναι ένα κανάλι

4. μτφ, συχνότητα σταθμού, emiten por el canal 50, εκπέμπει στη συχνότητα 50

5. μτφ, μέσο, πηγή πληροφορίας, σαν κανάλι, me he enterado por varios canales, πληροφορήθηκα από διάφορες πηγές

6. δίαυλος λιμανιού

7. κανάλι νερού = υδρορροή, καναλάκι, λούκι

8. ανα, πόρος, οδός

9. φων, φωνητική οδός

10. γλγ, κανάλι

11. πλφ, δίαυλος

12. μχν, κανάλι, αγωγός

13. αυλάκι για πότισμα

14. σνθ, canal autonómico, περιφερειακό κανάλι τηλεόρασης

canal de pago, συνδρομητικό κανάλι

canal de riego, αρδευτικό κανάλι, αυλάκι

canal medular, ανα, μυελική κοιλότητα

canal torácico, θωρακικός πόρος

canal maestra, κύριος αγωγός

15. εκφ, abrir en canal, ανοίγω σα κανάλι> σκίζω από πάνω ως κάτω

canaladura 1. θ, καναλάκωμα= αυλάκωση

canalé 1. α, σε ύφασμα, σαν κανάλι το σχήμα, μπαρολέ

canalete 1. α, κουπί με πλατύ πτερύγιο, σαν κανάλι

canalículo 1. α, ανα, καναλ-ίδιο= μικρός πόρος του σώματος

acanalar πρχ καναλίζω κάτι, δίνω σχήμα καναλιού

1. ρμ, δημιουργώ κανάλια, ραβδώσεις σε κολώνα

2. καναλώνω, αυλακώνω έδαφος, ξύλο

3. καναλώνω ύφασμα, φτιάχνω πλισέ

acanalado, da πρχ καναλάτο, με σχήμα ραβδωτό

1. ε, για ύφασμα, καναλάτος, -η, -ο, με ανάγλυφη ράβδωση, κοτλέ

2. για υλικό, κολώνα, ραβδωτός, -ή, -ό

3. για κεραμίδι, teja acanalada, πτυχωτό κεραμίδι

4. για χαρτόνι, αυλακωτός, -ή, -ό

acanalador 1. α, πρχ καναλωτής= διαμορφωτική πλάνη

acanaladura 1. θ, σειρά διακοσμητικών αυλακώσεων

2. κανάλωμα εδάφους, αυλάκι

3. κανάλωση, ανάγλυφη ράβδωση σε υλικό, ύφασμα

canalizar πρχ καναλίζω

1. ρμ, καναλοποιώ υγρό, διοχετεύω, canalizan las aguas subterráneas,

καναλοποιούν= διοχετεύουν μέσω καναλιών τα υπόγεια ύδατα

2. διανοίγω, ανοίγω κανάλι, Se canalizó el terreno utilizando máquinas perforadoras,

Το έδαφος διανοίχτηκε με μηχανήματα γεώτρησης

3. μτφ, καναλοποιώ κάτι προς ένα σκοπό, κατευθύνω, διοχετεύω,

La meditación me ayuda a canalizar mis emociones y aprender a gestionarlas,

Ο διαλογισμός με βοηθά να διοχετεύω τα συναισθήματά μου και να μάθω να τα διαχειρίζομαι

canalización 1. θ, διάνοιξη, κατασκευή καναλιών, αγωγών,

La canalización del arroyo se inició hace dos años,

Η διοχέτευση του ρέματος ξεκίνησε πριν από δύο χρόνια

2. μτφ, διοχέτευση, la canalización de la cultura, η διοχέτευση κουλτούρας

Debemos garantizar la canalización de los fondos a quienes más los necesitan,

Πρέπει να διασφαλίσουμε την διοχέτευση των κεφάλαιων σε όσους περισσότερο τα χρειάζονται

3. αποχετευτικό σύστημα

canalizo 1. α, πρχ καναλ-άκι= στενή δίοδος

canalizable 1. ε, πρχ καναλ-ίσιμο, που μπορεί να διανοιχθεί

canalón 1. α, αγωγός καθόδου σε τοίχο

2. υδρορροή

encanalar, encanalizar 1. ρμ, πρχ εν-καναλίζω κάτι, διοχετεύω

El arroyo será encanalado en una acequia para regar los sembradíos,

Το ρέμα θα διοχετεύεται σε τάφρο για την άρδευση των καλλιεργειών

entrecanal 1. α, ατκ, πρχ ενδο-κανάλι= διάστημα ανάμεσα στις ραβδώσεις ενός κίονα

canasta πρχ κανα-στα> καννη-θετο= καλάθι από καλάμια

1. θ, καλάθι, Toda la comida para el picnic ya está en la canasta,

Όλα το φαγητό για το πικνίκ είναι ήδη στο καλάθι

2. παιχνίδι τράπουλας, κανάστα

3. αθλ, καλάθι στεφάνης και πόντος στο μπάσκετ

4. σνθ, canasta de dos, tres puntos, αθλ, δίποντο, τρίποντο καλάθι

5. εκφ, anotar, meter una canasta, σημειώνω, βάζω καλάθι

lanzar a canasta, σουτάρω στο καλάθι

canastilla 1. θ, μτφ, μωρουδιακά, επειδή χωράει σε καλάθι το μωρό

2. καλαθάκι

canastero, ra 1. α θ, πρχ καλαθ-άρης = καλαθο-πλέκτης, -ια

encanastar 1. ρμ, εν-καλαθίζω= βάζω σε καλάθι

canastillo 1. α, καλαθ-άκι

canasto 1. α, κοφίνι, μεγάλο καλάθι

canastos 1. επφ, πρχ κα(ταρ)αστό = διάβολε! λόγω νεύρων ή έκπληξης

canotié, canotier 1. α, ψάθινο καπέλο, ψαθ-άκι

canon πρχ κανόνας

1. α, κανόνας σε κάτι, los cánones teatrales, οι θεατρικοί κανόνες

2. πρότυπο, αρχέτυπο, el canon de Adonis, το αρχέτυπο του Άδωνη

3. κανόνας φόρου, εισφορά σε κάτι, τέλος

4. μσκ, κανόνας

5. θρη, κανόνας

6. εκφ, como mandan los cánones, όπως ορίζουν= σύμφωνα με τους κανόνες

cánones 1. α πλ, νομ, Κανονικό Δίκαιο

canónico, ca 1. ε, σχετικό με κανόνες, κανονικός, -ή, -ó, derecho canónico,

Εκκλησιαστικό Δίκαιο

canónica 1. θ, κανόνας, κανών

canonista 1. α θ, ειδικός, -ή στο Κανονικό Δίκαιο

canonesa 1. θ, μοναχή τάγματος των Αυγουστίνων

canonicato 1. α, αμοιβή ιερέα

canóniga 1. θ, μεσημεριανός ύπνος πριν από το φαγητό

canónigo 1. α, θρη, εφημέριος

canonizar 1. ρμ, κανονικο-ποιώ κάποιον, τον καταγράφω στους κανόνες= αγιοποιώ

2. μτφ, τιμώ κάποιον με όλους τους κανόνες τιμής, el pueblo canonizó al poeta,

o λαός τίμησε τον ποιητή

canonización 1. θ, αγιοποίηση

canonizable 1. ε, αγιο-ποιήσιμος, -η, -ο

canonjía 1. θ, αμοιβή ιερέα

2. αξίωμα του ιερέα

cañón πρχ κανόνι

1. α, κανόνι όπλο, Los primeros disparos vinieron de los cañones en los muros de la ciudad,

Οι πρώτοι πυροβολισμοί προήλθαν από τα κανόνια στα τείχη της πόλης

2. μτφ, φαράγγι, σαν κάννη σε 2 βουνά, Diego y María recorrieron el cañón en bicicleta,

Ο Ντιέγκο και η Μαρία διέτρεξαν το φαράγγι με ποδήλατο

3. κάννη όπλου, Ernesto limpió el cañón de su rifle,

Ο Ερνέστο καθάρισε την κάννη του τουφεκιού του

4. κάννη τζακιού

5. στρ, εκτοξευτήρας όλμου

6. σωληνίσκος σε φτερό, El cañón mantiene las plumas de un ave pegadas a su cuerpo,

Ο σωληνίσκος κρατά τα φτερά ενός πουλιού προσκολλημένα στο σώμα του

7. σκληρή τρίχα στη ρίζα του γενιού

8. επρ, οικ, κανόνι = φοβερά, τέλεια, απίθανα, ayer nos lo pasamos cañón,

χτές περάσαμε τέλεια

9. σνθ, cañón de campaña, πεδινό πυροβόλο

cañón de electrones, electrónico, κανόνι ηλεκτρονίων

cañón obús, οβιδο-βόλο

cañón antiaéreo, αντιαεροπορικό πυροβόλο

cañón antitanque, anticarro, αντιαρματικό πυροβόλο

cañón de agua, εκτοξευτήρας ύδατος

10. εκφ, el Gran Cañón, το Γκραν Κάνυον

estar cañón, είμαι κανόνι> κούκλος

cañonazo 1. α, κανονιά

2. πδφ, βολίδα

cañonear 1. ρμ, κανονιο-βολώ

cañoneo 1. α, κανονιοβολισμός

cañonera 1. θ, πλοίο κανονιο-φόρος

2. οπή για κανόνι σε φρούριο, πολεμίστρα

3. ναυ, οπή για κανόνι

cañonería 1. θ, στρ, κανονιερία= πυροβολικό

2. μσκ, το σύνολο των αυλών ενός οργάνου

cañonero, ra 1. ε, α θ, στρ, ναυ, κανονιοφόρος, -α, -o, κανονιέρης

2. α θ, πδφ, κανονιέρης

cañonero 1. α, πλοίο κανονιοφόρος

descañonar πρχ ξε-κανονιάζω

1. ρμ, μαδώ, ξεπουπουλιάζω τα πτερά του πτηνού, σωληνίσκους

2. ξυρίζομαι κόντρα τις ρίζες

3. σε παιχνίδι, μαδώ, ξεπουπουλιάζω

encañonar πρχ εν-κανονιάζω

1. ρμ, σημαδεύω με κάννη όπλου

2. διοχετεύω νερό με κάννη

3. σχηματίζω αυλακωτές πτυχές σε ύφασμα

4. κουβαριάζω κλωστή

5. ρα, αναπτύσσω, βγάζω πτέρωμα, σωληνίσκους πτερών για πτηνό

calamento 1. α, βοτ, καλαμίνθη

canéfora 1. θ, κανηφόρος

gañote 1. α, οικ, σαν κάννη= λάρυγγας, λαιμός

2. εκφ, de gañote, από κάννη= τζάμπα

gaznate 1. α, οικ, σαν κάννη= τραχεία, λάρυγγας

2. εκφ, echarse, llevarse algo al gaznate, ρίχνομαι, βάζω κάτι στο (κάννη) στόμα μου remojar el gaznate, βρέχω το (κάννη) λαρύγγι μου

mediacaña πρχ μεσο-κάναλο

1. θ, σίδερο για μπούκλες, με 2 κάννες

2. κατ, προστατευτικό παρυφών στέγης

3. ατκ, κορνίζα

4. τχν, σκαρπέλο ή στρογγυλή λίμα

escálamo 1. α, ναυ, πρχ σα καλάμι ή σκαρμός= σκαρμός

Scroll to Top