CAMÁNDULA= ΠΡΧ ΚΑΜΑΛΔΟΛΙΝΟΣ> ΤΑΓΜΑ ΜΟΝΑΧΩΝ, ΠΡΧ ΧΑΜΑΙ-ΔΟΥΛΟΣ> ΠΟΝΗΡΟΣ,
ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
camándula 1. θ, ροζάριο με μία ή τρεις σειρές χάντρες, από τάγμα μοναχών
camandulense 1. ε, α θ, σχετικός, -ή, -ό με το μοναστικό τάγμα των Καμαλδολινών,
μέλος του μοναστικού τάγματος των Καμαλδολινών
camandulero, ra 1. ε, α θ, οικ, πρχ χαμούρης ή χαμαί-δουλ-αρης> που πράττει ύπουλα= πονηρός, -ή, -ó, ύπουλος, -η, -o, πανούργος, -α, -ο, cuidado con él, es un camandulero,
προσοχή με αυτόν, είναι ενας χαμούρης> πονηρός
2.ε, α θ, μτφ, θρησκόληπτος, -η, -ο