CAMPO

CAMPO= ΠΡΧ ΚΑΜΠΟΣ, ΕΞΟΧΗ, ΠΕΔΙΟ, ΠΡΧ ΚΑΜΠΑΝΑ, ΚΑΜΠΑΝΙΑ,

ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

campo 1. α, κάμπος, έδαφος για καλλιέργεια, αγρός, las faenas del campo son muy duras,

οι εργασίες του αγρού είναι πολύ σκληρές

ή γεω, έκταση πλάνα χωρίς δέντρα

2. χώρος κάμπου= εξοχή, ύπαιθρος, vivir en el campo, ζω στην εξοχή

3. μτφ, τομέας, κλάδος, πεδίο, σε δραστηριότητα, επιστήμη, el campo de la física,

το πεδίο της φυσικής

4. μτφ, φόντο, βάθος σε ύφασμα, χαρτί

5. αθλ, γήπεδο ποδοσφαίρου, χόκευ, γκόλφ, τενις, de fútbol, hockey, golf, tenis

el equipo saltó al campo, η ομάδα βγήκε στο γήπεδο

ή περιοχή, el conjunto visitante se replegó en su campo,

η φιλοξενούμενη ομάδα κλείστηκε στην περιοχή της

6. στρ, πεδίο μάχης ή χώρος στρατοπέδευσης, campo de batalla,

los soldados están en el campo, οι στρατιώτες είναι στον χώρο στρατοπέδευσης

7. οπτ, πεδίο στην οπτική επιστήμη

8. φσκ, πεδίο

9. πλφ, πεδίο βάσης δεδομένων

10. ερλ, πεδίο

11. σνθ, campo atrás, αθλ, μπασκετ μπρος πίσω

campo de acogida, καταυλισμός υποδοχής προσφύγων

campo de Agramante, άνω κάτω, γης Μαδιάμ

campo de aterrizaje, πεδίο προσγειώσεως

campo de aviación, αεροδρόμιο, αερολιμένας

campo de concentración, στρατόπεδο συγκεντρώσεως

campo de entrenamiento, στρ, πεδίο ασκήσεων ή αθλ, γήπεδο προπόνησης

campo de exterminio, στρατόπεδο εξόντωσης

campo de minas, ναρκοπέδιο

campo de pruebas, πεδίο δοκιμών

campo de tiro, πεδίο βολής

campo magnético, μαγνητικό πεδίο

campo óptico, οπτικό πεδίο

campo petrolífero, κοίτασμα πετρελαίου

campo santo, κοιμητήριο, νεκροταφείο

campo semántico, γλγ, σημασιολογικό πεδίο

campo visual, οπτικό πεδίο

medio campo, αθλ, κέντρο του γηπέδου

12. εκφ, batir, descubrir el campo, σαρώνω μια περιοχή, κάνω αναγνώριση εδάφους,

dejar el campo libre a algo, alguien, αφήνω το πεδίο ελεύθερο για κάτι, κάποιον

quedar en el campo, πέφτω στη μάχη, σκοτώνομαι στο μέτωπο

tener el campo libre, έχω το πεδίο ελεύθερο

campus 1. α, πανεπιστημιούπολη, σαν κάμπος= μικρό χωριό

camping 1. α, κάμπινγκ

2. σνθ, camping gas, συσκευή γκαζιού

camping libre, ελεύθερο κάμπινγκ

3. εκφ, hacer camping, κάνω κάμπινγκ, κατασκηνώνω

ir de camping, κάνω κάμπινγκ, κατασκηνώνω

campiña 1. θ, εξοχή, ύπαιθρος, la campiña griega, η ελληνική ύπαιθρος

campismo 1. α, πρχ καμπισμός, τάση για κάμπινγκ, κατασκήνωση

campista 1. α θ, καμπιστής= κατασκηνωτής, -ια

camposanto 1. α, κάμπο-όσιον= κοιμητήριο, νεκροταφείο

acampar 1. ρμ, ρα, ραντ, στήνω στον κάμπο ή κάνω κάμπινγκ= κατασκηνώνω, prohibido acampar,

απαγορεύεται η κατασκήνωση

2. ρα, στρατοπεδεύω, καταυλίζομαι

acampamento, acampamiento 1. α, κατασκήνωση, στρατοπέδευση σε χώρο

2. μέρος για κάμπινγκ, κατασκήνωση, el terreno de acampamiento está junto al río,

το έδαφος του κάμπινγκ είναι δίπλα στο ποτάμι

acampada 1. θ, acampamento, acampamiento

2. σνθ, acampada libre, ελεύθερη κατασκήνωση ή κάμπινγκ

3. εκφ, estar de acampada, κατασκηνώνω

hacer una acampada, κατασκηνώνω για διαδήλωση

campamento 1. α, μέρος στρατοπέδευσης, καταυλισμός, κατασκήνωση,

hicieron guardia alrededor del campamento, έκαναν φύλαξη γύρω απο το καταυλισμό

2. πράξη στρατοπέδευσης, κατασκήνωση

3. σύνολο ατόμων, σκηνών, στρατόπεδο, κατασκήνωση,

un campamento de refugiados, ενα στρατόπεδο προσφύγων

4. στράτευμα, las noticias del frente llegaron al campamento,

οι ειδήσεις του μετώπου έφτασαν στο στράτευμα

5. σνθ, campamento base, κατασκήνωση βάση, κύριο στρατόπεδο

campamento de refugiados, καταυλισμός προσφύγων

6. εκφ, ir de campamentos, πηγαίνω κατασκήνωση

acampador, ra 1. α θ, κατασκηνωτής, -ια

campar 1. ρα, μτφ, είμαι πρώτος στο κάμπο= εξέχω, διαπρέπω, ξεχωρίζω σε κάτι,

En el centro de la plaza campa una estatua ecuestre,

Στο κέντρο της πλατείας ξεχωρίζει ένα άγαλμα ιππικό

2. μτφ, κινούμαι ελεύθερα σαν σε κάμπο> κάτι κυκλοφορεί σε αφθονία, αφθονεί, κυριαρχεί, αλωνίζω,

κινούμαι ελεύθερα, επικρατώ, En esa ciudad campa la droga, Σε αυτή την πόλη κυριαρχεί το ναρκωτικό,

Allí las mafias campan a sus anchas, Εκεί οι μαφίες αλωνίζουν ανενόχλητες

3. εκφ, campar alguien por sus respetos, a sus anchas, κινούμαι, ενεργώ με απόλυτη ελευθερία, κάνω ό, τι θέλω,

campa por sus respetos por toda la finca,

κινείται όπως του αρέσει σε όλο το αγρόκτημα

Los jóvenes campan a sus anchas por el barrio,

Οι νέοι κινούνται όπως τους αρέσει στην γειτονιά

campante 1. ε, για άτομο, σαν να ζεί στον κάμπο= γαλήνιος, -α, -ο, ήρεμος, -η, -o,

Todos preocupados y tú tan campante, Όλοι τόσο ανήσυχοι και εσύ τόσο ήρεμος

2. κυρίαρχος, -η, -ο, εξέχων, -ουσα, -ον, διαπρέπων, -ουσα, -ον, ξεχωρίζων, -ουσα, -ον

3. εκφ, quedarse tan campante, οικ, μένω τόσο ήρεμος, σαν να μην τρέχει τίποτα

campal 1. ε, του κάμπου, πεδινός, -ή, -ό, ambiente campal, περιβάλλον πεδινό

2. στρ, για σύγκρουση σε πεδίο ανοιχτό, πεδινός, -ή, -ό, batalla campal, μάχη πεδινή

3. μτφ, με μεγάλη ένταση, σαν μάχη, τρομερός, -η, -ό, intercambio campal de insultos,

ανταλλαγή τρομερή προσβολών

campear πρχ είμαι πρώτος στο κάμπο

1. ρα, για άτομο, πράγμα, διαπρέπω, διακρίνομαι, ξεχωρίζω,

la bandera campeaba en lo alto del ayuntamiento,

η σημαία ξεχώριζε στην κορυφή του δημαρχείου

2. για ζώο, βγαίνω για βοσκή στον κάμπο

ή για άγρια ζώα, βγαίνω στον κάμπο

3. πρασινίζω, ανθίζω, ya campeaban las mieses en los sembrados,

ήδη άνθιζαν τα στάχυα στα σπαρτά

4. στρ, στρατοπεδεύω

5. στρ, δίνω μάχη σε κάμπο, ανοιχτό πεδίο

6. στρ, ανιχνεύω τον κάμπο για να εντοπίσω εχθρούς

campeador, ra 1. ε, αυτός που κερδίζει στο κάμπο= πεδίο μάχης, διακριθείς, -είσα, -έν,

un soldado campeador, ένας στρατιώτης που διακρίθηκε στη μάχη

campeador 1. α, ήρωας στο πεδίο μάχης

campechanía 1. θ, απλοϊκότητα, προσήνεια, επειδή ζεί απλά σαν πεδινός, του κάμπου

su campechanía facilitó su estancia, η απλοικότητα του διευκόλυνε την παραμονή του

campechano, na 1. ε, απλοϊκός, -ή, -ό, προσηνής, -ής, -ές,

El rey de España es una persona muy campechana,

ο βασιλιάς της Ισπανίας είναι πολύ απλοϊκός

campeón, ona πρχ αυτός που κερδίζει στον κάμπο> σε πεδίο μάχης, γήπεδο αγώνα,

ή σε δραστηριότητα, άσσος σε κάτι

1. α θ, πρωταθλητής, -ια, es el campeón de ajedrez del colegio,

είναι o πρωταθλητής σκακιού του σχολείου

2. μτφ, μαχητής, -ια, υπερασπιστής, -ια ιδέας, άποψης,

los campeones de la ciencia moderna, οι υπερασπιστές της σύγχρονης επιστήμης

3. α, ήρωας πολέμου

campeonato 1. α, πρωτάθλημα

2. σνθ, campeonato de liga, πρωτάθλημα

campeonato mundial, del mundo, παγκόσμιο πρωτάθλημα

3. εκφ, de campeonato, οικ, για κάτι που θέλουμε να δώσουμε έμφαση,

τρομερός, -ή, -ó, φοβερός, -ή, -ó, llevaba una borrachera de campeonato,

είχε ενα μεθύσι τρομερό,

tengo un hambre de campeonato, έχω μια τρομερή πείνα

subcampeón, ona 1. ε, α θ, αθλ, πρχ υπο-πρωταθλητής, -ια= δεύτερος, -η, -ο

στο πρωτάθλημα, δευτεραθλητής, -ια

subcampeonato 1. α, δεύτερη θέση σε πρωτάθλημα

bicampeón, ona 1. α θ, δις πρωταθλητής, -ια

bicampeonato 1. α, κατάκτηση δύο σερί πρωταθλημάτων

tricampeón, ona 1. α θ, αθλ, τρις πρωταθλητής, -ια

pentacampeón, ona 1. α θ, πεντάκις πρωταθλητής, -ια

campana καμπάνα

1. θ, όργανο, καμπάνα, las campanas de la iglesia, οι καμπάνες της εκκλησίας

2. για τρόφιμα, καπάκι σε σχήμα καμπάνας για τυριά, κέικ

3. για τζάκι, το έξω μέρος, κορνίζα ή το έσω μέρος, καπνοδόχος

4. ενορία, πρχ καμπάνα> εκκλησία

5. σνθ, campana de buzo, σκάφανδρο δύτη, καταδυτικός κώδωνας

campana de Gauss, μαθ, καμπανοειδής καμπύλη Γκάους

campana extractora, de humos, απορροφητήρας

6. εκφ, a campana herida, με το χτύπημα της καμπάνας

echar las campanas al vuelo, ρίχνω τις καμπάνας στο πέταγμα =όλα στον αέρα, γιορτάζω «εν χορδαίς και οργάνοις»

campanada καμπανιά 1. θ, κωδωνοκρουσία

2. χτύπος ρολογιού

3. μτφ, σκάνδαλο, είδηση φοβερή, σαν καμπανιά έντονη

4. εκφ, dar la campanada, προκαλώ αίσθηση, σκάνδαλο, εκπλήσσω, σαν καμπανιά,

el candidato local dio la campanada en las elecciones,

ο τοπικός υποψήφιος προκάλεσε αίσθηση στις εκλογές

campanario 1. α, καμπαναριό

campanear 1. ρα, καμπανίζω= κρούω, χτυπώ έντονα την καμπάνα

2. μτφ, περπατώ κουνώντας ή λικνίζοντας το κορμί, σαν κίνηση καμπάνας

3. μτφ, διαλαλώ κάτι μυστικό ή λίγο γνωστό

4. ραντ, καμπανίζομαι= μτφ περπατώ κουνώντας ή λικνίζοντας το κορμί, σαν καμπάνα

le gusta campanearse para llamar la atención,

της αρέσει να λικνίζεται για να τραβά την προσοχή

5. εκφ, allá se las campanee,οικ, εκει πέρα ας τις καμπανιστεί= δεν χτυπώ την καμπάνα> αρνούμαι να λάβω μέρος σε κάτι,

διαχωρίζω την θέση μου

campaneárselas, οικ, τις καμπανίζομαι= κινώ την καμπάνα> τα καταφέρνω, τα βγάζω πέρα

campaneo 1. α, κωδωνοκρουσία

2. μτφ, λίκνισμα, κούνημα

acampanar 1. ρμ, καμπανίζω κάτι= φαρδαίνω ένα άνοιγμα, δίνω σχήμα καμπάνας,

acampanó la falda del vestido, φάρδυνε την φούστα του φορέματος

2. ραντ, καμπανίζομαι, κάτι φαρδαίνεται, σαν καμπάνα

acampanado, da πρχ με σχήμα καμπάνας, καμπανάτο

1. ε, για ρούχο, καμπανάτος, -η, -ο, el pantalón acampanado no me gusta,

το καμπανάτο παντελόνι δεν μου αρέσει

ή κάτι με σχήμα καμπάνας

camembert 1. α, τυρί καμαμπέρ

campanero, ra καμπαν-άρης 1. α θ, κωδωνοκρούστης, -ια

2. χύτης, -ια κωδώνων

campanero 1. α, εντ, αλογάκι της Παναγίας, καμπάνα =ιερό σύμβολο

campaneta 1. θ, καμπανάκι, καμπανούλα

campaniforme 1. ε, καμπανο-μορφο= κωδωνοειδής, -ής, -ές

campanil 1. α, καμπαναριό

campanilla 1. θ, καμπανάκι, καμπανούλα

2. κουδούνι για κάλεσμα, agitó la campanilla y apareció el mayordomo,

κούνησε το κουδούνι και εμφανίστηκε ο μπάτλερ

3. ανα, σταφυλή, σαν καμπάνα

4. βοτ, καμπανούλα

5. βοτ, φυτό κισσάμπελος

6. μτφ, φυσαλίδα, φούσκα, φουσκάλα, μπουρμπουλήθρα, μικρή σφαίρα από αέρα σε υγρό

7. εκφ de (muchas) campanillas, μτφ, για άτομο, πολλών καμπάνων= πολύ σημαντικός,

για θέμα, υπόθεση, πολύ σημαντικά, un asunto de campanillas, ενα ζήτημα σημαντικό,

ή μτφ, πολυτελής, una fiesta de muchas campanillas, μια γιορτή πολυτελής

campanillear 1. ρα, κρούω επαναλαμβανόμενα την καμπάνα

campanilleo 1. α, επαναλαμβανόμενο χτύπημα της καμπάνας

campanillazo 1. α, καμπαναριά, δυνατό χτύπημα της καμπάνας, κωδωνοκρουσία

campanillero, ra 1. α θ, κωδωνοκρούστης, -ια

campando 1. α, καμπανούλα, καμπανάκι

campano 1. α, καμπανούλα, καμπανάκι

campanudo, da πρχ καμπανο-ειδής

1. ε, για αντικείμενο ή ρούχο, καμπανο-ειδής, -ής, -ές, καμπανόσχημος, -η, -ο,

falda campanuda, φούστα καμπανοειδής

2. για άτομο, μτφ, καμπανάτος= επιδεικτικός, -ή, -ό

3. μτφ, για στιλ ή γλώσσα, καμπανάτος, -ο, -η, πομπώδης, -ες, σαν καμπάνα

en sus obras usa un estilo campanudo, στα έργα του χρησιμοποιεί ενα ύφος πομπώδες

4. για λέξη, καμπανάτος, -ο, -η, με δυνατό ήχο

encampanado, da ε πρχ καμπανάτο= κωδωνόσχημος, -η, -o

campánula 1. θ, βοτ, καμπανούλα

campanulácea 1. θ, βοτ, καμπανουλοειδές

campaña πρχ καμπάνια, κάμπος

1. θ, για χώρο, αγρός, ύπαιθρος, εξοχή,

ή γεω, έκταση πλάνα χωρίς δέντρα

2. μτφ, εκστρατεία, καμπάνια, una campaña contra el alcohol,

μια καμπάνια κόντρα στο αλκοόλ

3. μτφ, σεζόν, χρονική περίοδος, la campaña de caza, η περίοδος για κυνήγι

los grandes almacenes tienen ropa de la campaña de primavera verano,

τα μεγάλα εμπορικά έχουν ρούχα σεζόν της άνοιξης, καλοκαίρι

4. στρ, εκστρατεία, la campaña de Rusia terminó en desastre,

η εκστρατεία της Ρωσίας κατέληξε σε καταστροφή

5. σνθ, campaña de marketing, εκστρατεία μάρκετινγκ

campaña electoral, προ-εκλογική εκστρατεία

campaña informativa, εκστρατεία πληροφόρησης

campaña publicitaria, de publicidad, διαφημιστική εκστρατεία

6. εκφ, estar, hallarse en campaña, βρίσκομαι σε εκστρατεία (πολέμου)

la tropa está en campaña, το στράτευμα βρίσκεται σε εκστρατεία

precampaña 1. θ, πολ, προ-καμπάνια= προεκλογική εκστρατεία νωρίτερα από την προκαθορισμένη ημερομηνία

campero, ra 1. ε, καμπίσιος, -α, -ο, υπαίθριος, -α, -o, εξοχικός, -ή, -ó, αγροτικός, -ή, -ó,

traje campero, παραδοσιακή αγροτική φορεσιά

botas camperas, μπότες ορειβασίας

2. βοτ, φυτό με φύλλα οριζόντια, σαν του κάμπου

3. κοπάδι που κοιμάται στην ύπαιθρο και δεν γυρίζει στο αγρόκτημα

camperas 1. θ πλ, μποτάκια ορειβασίας, επειδή φοριούνται στον κάμπο,

El terreno es un poco áspero. Te recomiendo que te pongas camperas,

Το έδαφος είναι λίγο τραχύ. Σου προτείνο να φορέσεις μποτάκια

campesinado 1. α, καμπίσιοι= αγροτική τάξη, οι αγρότες, πεδινοί

campesino, na 1. ε, καμπίσιος, -α, -ο, πεδινός, -ή, -ό, αγροτικός, -ή, -ό, χωρικός, -ή, -ó,

costumbres campesinas, ήθη και έθιμα των χωρικών

labores campesinas, αγροτικές εργασίες

2. α θ, πεδινός, -ή, χωρικός, -ή, αγρότης, -ισσα

campestre 1. ε, πρχ καμπο-στρωτος= καμπίσιος, -α, -ο, υπαίθριος, -α, -ο, εξοχικός, -ή, -ó,

residencia campestre, εξοχική κατοικία

decampar 1. ρα, στρ πρχ ξε-καμπίζω= αφήνω το πεδίο στρατοπέδευσης, αποστρατοπεδεύω

2. ραντ, μτφ, βγάζω το πουκάμισο μου

descampado, da 1. ε, πρχ ξέ-καμπος= έξω στον κάμπο, υπαίθριος, -α, -ο, ακάλυπτος, -η, -ο, ξεσκέπαστος, -η, -ο

ή για έκταση, κάμπος χωρίς δέντρα, πλάνο,

una llanura descampada, μια πεδιάδα πλάνα

descampado 1. α, ύπαιθρο, αλάνα, juegan al fútbol en un descampado,

παίζουν ποδόσφαιρο σε μια αλάνα

2. εκφ, en descampado, στο ύπαιθρο, εξοχή, αλάνα

descampar 1. ρα, μτφ, σταματάω να βρέχω, σαν να μπορώ να βγώ στον κάμπο

edecán πρχ δεκανίκι

1. α, στρ, υπασπιστής

2. α θ, οικ, ειρ, για άτομο, υπηρέτης, -ια, βοηθός

escampar 1. ρα, ραντ, καθαρίζει o καιρός, σαν να μπορώ να βγώ στον κάμπο

saldremos cuando escampe, θα βγούμε όταν καθαρίσει ο καιρός

escampada 1. θ, οικ, μτφ, πρχ εξω-καμπο= ξέφωτο στο κάμπο

escampado, da 1. ε, για έδαφος, σαν κάμπος χωρίς δέντρα= άδεντρος, -η, -o

escampavía πρχ ξε-καμπιζει-δρόμο= κάνει πλάνο τον δρόμο για το μεγάλο σκάφος

1. θ, ναυ, αναγνωριστικό σκάφος για συνοδεία

2. μικρό καταδιωκτικό σκάφος για επιτήρηση

champán 1. α, πρχ σαμπάνια

champaña 1. α, σαμπάνια

achampanado, da, achampañado, da 1. ε, πρχ σαμπανιζέ, αφρώδης, -ης, -ες,

vino achampanado, αφρώδης οίνος

champiñón 1. α, μανιτάρι, σαν σχήμα καμπάνας

Scroll to Top