CALLE= ΠΡΧ ΚΑΛΕ> ΧΑΛΙ> ΔΡΟΜΟΣ, ΟΔΟΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
calle
1. θ, δρόμος πόλης, οδός, vive en una calle central, μένει σε ένα δρόμο κεντρικό
calle de Alcalá, οδός του Αλκάλα
calle abajo, arriba, κατεβαίνοντας, ανεβαίνοντας τον δρόμο
2. μτφ, στον δρόμο, έξω, el médico le ha dicho que todavía no puede salir a la calle,
ο ιατρός του έχει πει πως ακόμα δεν μπορεί να βγεί έξω, στον δρόμο
¿quieres algo de la calle? θες κάτι απ’ έξω;
3. μτφ, κόσμος, λαός, no quiero que me oiga toda la calle,
δεν θέλω να με ακούσει όλος ο κόσμος
el lenguaje de la calle, η καθομιλουμένη
4. αλέα, δεντροστοιχία
5. αθλ, διάδρομος σε στάδιο, κουλουάρ
6. αθλ, διαδρομή πισίνας
7. διάδρομος σκακιού, ντάμας
8. λωρίδα κυκλοφορίας
9. τυπ, τυχαία κάθετη ή πλάγια γραμμή από κενά διαστήματα σε τυπογραφική σύνθεση
10. συντόμευση οδού, c., c, οδ. (οδός)
11. σνθ, calle cortada, κομμένος, κλειστός δρόμος λόγω έργων
calle mayor, κεντρικός δρόμος
calle peatonal, πεζό-δρομος
calle sin salida, αδιέξοδος δρόμος
12. εκφ, abrir calle, ανοίγω δρόμο, δημιουργώ πέρασμα
azotar calles, σεργιανίζω, σουλατσάρω
de calle, οικ, μτφ, άνετο σαν δρόμος= κάνω κάτι εύκολα, σαν περίπατος,
vamos a ganar el campeonato de calle, θα κερδίσουμε το πρωτάθλημα περίπατο
ή για ρούχο, επαγγελματικό ένδυμα, un traje de calle, επαγγελματικό κοστούμι
dejar, plantar a alguien en la calle, αφήνω κάποιον στο δρόμο χωρίς σπίτι ή δουλειά
echar a alguien a la calle, πετάω κάποιον στο δρόμο χωρίς σπίτι ή δουλειά
doblar la calle, διπλώνω= στρίβω από τη γωνιά του δρόμου
echar, tirar por la calle de en medio, πηγαίνω κατ’ ευθείαν στον στόχο
echarse a la calle, βγαίνω στους δρόμους
ή κατεβαίνω στους δρόμους για διαδήλωση
estar en la calle, είμαι στο δρόμο, άστεγος
ή είμαι άνεργος
ή είμαι ελεύθερος μετά απο φυλακή
hacer la calle, κάνω πεζο-δρόμιο
llevarse a alguien de calle, οικ, σαγηνεύω, γοητεύω κάποιον
llevarse a uno de calle, κατακτώ, κερδίζω το θαυμασμό,
se la lleva a todas de calle, όλες είναι ξετρελαμένες μαζί του
poner a alguien en la calle, βάζω στον δρόμο= ξαποστέλνω κάποιον
quedarse en la calle, μένω στους πέντε δρόμους, μένω άνεργος
salir a la calle, κυκλοφορώ, δημοσιεύομαι
traer, llevar por la calle de la amargura a alguien, φέρνω απο τον δρόμο της πίκρας=
κάνω κάποιον να υποφέρει, ταλαιπωρώ κάποιον
calleja 1. θ, δρομάκι, δρομάκος
Calleja 1. ονο, εκφ, sépase, o ya se verá, o ya verán, quién es Calleja,
μάθε, θα δείς, δείτε ποιός ειναι ο Καγιέχα, δεν ξέρεις με ποιον έχεις να κάνεις!
Καγιεχα σαν άτομο του δρόμου, λαού, σημαντικός
contracalle 1. θ, πρχ κοντρα-δρόμος= παράδρομος
entrecalle 1. θ, ατκ, πρχ ενδο-δρόμος= άνοιγμα
callejear 1. ρα, περιπλανιέμαι στους δρόμους
callejeo 1. α, περιπλάνηση στους δρόμους
callejero, ra
1. ε, του δρόμου, gato callejero, κεραμιδόγατος
2. αδέσποτος, -η, -ο για σκύλο, he recogido a un perro callejero,
μάζεψα ενα αδέσποτο σκύλο
3. για άτομο, αλήτης, -ισσα, -ικο, του δρόμου, lenguaje callejero, γλώσσα του δρόμου
4. για κίνηση, θόρυβο, που έρχεται απο τον δρόμο, του δρόμου,
la animación callejera, η κίνηση του δρόμου
5. πλανόδιος, -α, -o, músicos callejeros, μουσικοί πλανόδιοι,
venta callejera, πλανόδια πώληση
6. περιπατητικός, -ή, -ό, που του αρέσει να περπατά στον δρόμο,
es muy callejero y da paseos por el barrio,
είναι πολύ του να περπατά και περιπατεί στην γειτονιά
callejero 1. α, ευρετήριο οδών, οδόραμα
callejón 1. α, στενό, σοκάκι
2. ταυ, κουλουάρ αρένας που προστατεύεται από ξύλινο φράγμα
3. σνθ, callejón sin salida, αδιέξοδο, στενό
ή μτφ, αδιέξοδο σε κατάσταση
callejuela 1. θ, δρομάκι, δρομάκος
encallar πρχ εν-κολλάω, εξο-κέλλω στην ξηρά, άμμο
1. ρα, ναυ, προσαράζω, εξοκέλλω, la barca encalló en un banco cercano a la costa,
η βάρκα προσάραξε σε ένα ύφαλο κοντινό στην παραλία
2. μτφ, εν-κολλάω= αδρανώ, παραλύω, βρίσκομαι σε αδιέξοδο για σχέδιο, διαδικασία,
la huelga ha encallado la fábrica, η απεργία κόλλησε> παράλυσε την φάμπρικα
3. ραντ, για πλοίο, προσαράζω, εξοκέλλω
4. μτφ, για σχέδιο, εν-κολλούμαι= μένω στάσιμος, αδρανώ
5. μαγ, για όσπρια, μτφ, πρχ σκληραίνω
encallamiento 1. α, πράξη του encallar
2. προσάραξη
encallada 1. θ, προσάραξη πλοίου
encalladero 1. α, μέρος προσάραξης πλοίων
encalladura 1. θ, προσάραξη
desencallar 1. ρμ, πρχ απ-εν-κολλάω ή αντ-αν-ελκύω πλοίο= ανελκύω
desencalladura 1. θ, ανέλκυση
desencallamiento 1. α, ανέλκυση