CALIMA= ΠΡΧ ΚΑΛΥΜΜΑ > ΚΑΤΑΧΝΙΑ, ΠΡΧ ΚΑΥΜΑ> ΠΟΛΛΗ ΖΕΣΤΗ,
ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
calima, calina 1. θ, πρχ κάλυμμα από υδρατμούς ή μικρά σωματίδια σκόνης, άμμου=
αχλή, καταχνιά καλοκαιριού, ομίχλη, Αφρικανική σκόνη, αιολική ορυκτή σκόνη,
hay mucha calima y la humedad se está volviendo insoportable,
υπάρχει πολλή καταχνιά και η υγρασία γίνεται ανυπόφορη
La calima del desierto impedía a los conductores ver la carretera,
Η σκόνη της ερήμου εμπόδιζε τους οδηγούς να δουν τον δρόμο
2. μτφ, πρχ καύμα= αποπνικτική, πνιγηρή ζέστη
calinoso, sa 1. ε, καιρός σαν κάλυμμα από υδρατμούς= ομιχλώδης, -ης -ες
La noche estaba calinosa, y era difícil conducir a causa de la escasa visibilidad,
Η νύχτα ήταν ομιχλώδης και ήταν δύσκολο να οδήγησεις λόγω της λιγοστής ορατότητας
2. μτφ, με καύμα= καιρός αποπνικτικός, -ή, -ό, πνιγηρός, -ή, -ó λόγω ζέστης
calígine 1. θ, πρχ κάλυμμα-γόνο= ομίχλη, καταχνιά, αχλή
2. μτφ, σα κάλυμμα φωτός= σκοτεινιά
3. μτφ, σκοτάδια
caliginoso, sa 1. ε, ομιχλώδης, -ης, -ες, καταχνιασμένος, -η, -ο,
el horizonte se ve hoy caliginoso, ο ορίζοντας σήμερα φαίνεται ομιχλώδης
2. σκοτεινιασμένος, -η, -ο, σκοτεινός, -ή, -ό από φώς