CÁLIZ

CÁLIZ= ΠΡΧ ΚΥΛΙΞ, ΠΡΧ ΚΑΛΥΚΑΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

caliciflora 1. θ, βοτ, πρχ καλυκο-φυλλο= καλυκ-ανθές

caliciforme 1. ε, καλυκοειδής, -ής, -ές

calicillo 1. α, βοτ, βράκτιο, ανθικό φύλλο

calimocho 1. α, πρχ καλυκο-μουστο= καλιμότσο, ποτό από φθηνό κόκκινο κρασί, Cola-Cola

cáliz πρχ καλυκας> κυλιξ> κύπελλο

1. α, θρη, Άγιο Δισκοπότηρο, Άγιο Ποτήριο

2. κύπελλο, κούπα, El rey bebía de un cáliz de oro,

Ο βασιλιάς έπινε από ένα χρυσό κύπελλο

3. βοτ, κάλυξ, κάλυκας Lo cálices empezaban a abrir para que las rosas pudieran florecer,

Οι κάλυκες άρχιζαν να ανοίγουν για να μπορέσουν να ανθίσουν τα τριαντάφυλλα

4. εκφ, apurar, beber el cáliz hasta las heces, πίνω το πικρό ποτήρι ως τον πάτο,

πίνω όλα τα φαρμάκια

cauce πρχ καουθε> κοίτη, πρχ καουσε> κύλιση> πορεία σε κάτι

1. α, κοίτη ποταμού, cauce de río

2. κοίτη καναλιού, cauce de canal

3. κανάλι, αυλάκι νερού

4. μτφ, κύλιση σε κάτι= δρόμος, οδός, διαδικασία, los trámites siguen el cauce ordinario,

οι διαδικασίες ακολουθούν την συνηθισμένη οδό

5. εκφ, abrir cauces, ανοίγω νέους δρόμους, ορίζοντες

dar cauce a algo, δίνω κύλιση σε κάτι= ανοίγω δρόμο σε κάτι

volver a su cauce, γυρίζω στην κοίτη, για ποτάμι

ή μτφ, ξαναμπαίνω στο σωστό δρόμο, ξαναπαίρνω σωστή πορεία

caz 1. α, σαν κύλιξ= τροφοδοτική διώρυγα, αύλακα καμπύλης διατομής

cacera 1. θ, πρχ κυλιξ-ιερα= αρδευτικό κανάλι που κυλά το νερό

encauzar πρχ εν-καουσαρ> εν-θέτω σε κύλιση κάτι ή μέσα από κάλυκα> σωλήνα κάτι

1. ρμ, διοχετεύω σε μια κοίτη το νερό, Los ingenieros planean encauzar el río para crear más tierras para el cultivo, Οι μηχανικοί σχεδιάζουν να διοχετεύσουν τον ποταμό για να δημιουργήσουν περισσότερη γη για γεωργία

2. μτφ, διευθύνω, κατευθύνω κάτι, μια υπόθεση, el moderador no supo encauzar el debate,

ο διαχειριστής δεν ήξερε να κατευθύνει το ντιμπειτ

3. μτφ, διοχετεύω, Los voluntarios encauzaron todo su esfuerzo en terminar el refugio para animales a tiempo, Οι εθελοντές διοχέτευσαν όλη την προσπάθεια τους στο να τελειώσουν το καταφύγιο ζώων εγκαίρως

4. μτφ, χειραγωγώ άτομο

encauzamiento 1. α, δημιουργία κοίτης

2. κατεύθυνση υπόθεσης, ατόμου προς κάτι

3. δρομολόγηση θέματος

4. διοχέτευση προσπάθειας, ενέργειας για κάποιο σκοπό

cilicio 1. α, κιλίκιο

Scroll to Top