CÁLAMO

CÁLAMO= ΚΑΛΑΜΟΣ> ΚΑΛΑΜΙ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

cálamo πρχ κάλαμος= καλάμι

1. α, βοτ, κάλαμος, καλάμι, los cálamos se empleaban como instrumentos de escritura,

Τα καλάμια χρησιμοποιούνταν ως εργαλεία γραφής

2. ρίζα φτερού σε πτηνό

3. φλάουτο

4. πένα, φτερό, κάλαμος γραφής

calamón 1. α, ορν σουλτανοπουλάδα

calamina 1. θ, καλαμίνα

calamita 1. θ, ορυ, μαγνήτης φυσικός

calamar 1. α, καλαμάρι, Alicia preparó unos ricos calamares fritos,

Η Αλίσια ετοίμασε μερικά νόστιμα τηγανητά καλαμαράκια

2. σνθ, calamares a la romana, en su tinta, καλαμάρια τηγανητά, στο μελάνι τους

caramelo πρχ καραμέλα

1. α, καραμέλα, un caramelo de menta, μια καραμέλα μέντα

2. σιρόπι λιωμένης ζάχαρης, flan con caramelo, κρέμα καραμελέ

lo calentamos a punto de caramelo, το ζεσταίνουμε μέχρι να καραμελώσει

3. μτφ, άτομο, πράγμα που λειτουργεί σαν καραμέλα, γλύκα, κουφέτο, λουκούμι,

el trabajo es un auténtico caramelo, η δουλειά είναι σκέτο λουκούμι,

la chica es un caramelo, το κορίτσι είναι γλύκα,

El gobierno agita el caramelo de los subsidios para ganar votos,

Η κυβέρνηση κουνάει την καραμέλα των επιδοτήσεων για να κερδίσει ψήφους

4. ε, α θ, καραμελέ χρώμα, Una maleta de color caramelo, Μια βαλίτσα σε χρώμα καραμελέ

5. σνθ, caramelo hilado, μαγ, σιρόπι καραμέλα

caramelizar 1. ρμ, καραμελώνω, Azucarar y caramelizar ligeramente en la mantequilla,

Να ζαχαρώσετε και να καραμελώσετε ελαφρά στο βούτυρο

caramillo πρχ καλαμούλι

1. α, φλογέρα, ζουρνάς, σαν καλάμι ¿Eso es una gaita – No, es el sonido de un caramillo,

Είναι γκάιντα αυτή; – Όχι, είναι ο ήχος μιας φλογέρας

2. βοτ, φυτό γλυκύρριζα

3. μτφ, σωρός από κάτι, συνονθύλευμα, σαν σιρόπι καραμέλας

Sobre la cama había un caramillo de ropa, Πάνω στο κρεβάτι υπήρχε ένα σωρός με ρούχα

4. μτφ, κουτσομπολιό, No me interesa el caramillo. Cuéntame algo importante,

Δεν με ενδιαφέρει το κουτσομπολιό. Πες μου κάτι σημαντικό

5. εκφ, armar, levantar un caramillo, μτφ, δημιουργώ καταστάσεις και προβλήματα,

No le hagas caso, solo está intentando levantar un caramillo para que discutan,

Μην του δίνεις σημασία, μόνο προσπαθεί να δημιουργήσει καταστάσεις και προβλήματα για να μαλώσετε

carámbano 1. α, πρχ καλαμο-πανω= παγοκρύσταλλος, σαν καλάμι από πάνω να κρέμεται

Estos días hace más calor, y los carámbanos están empezando a derretirse,

Αυτές τις μέρες κάνει περισσότερη ζέστη και οι παγοκρύσταλλοι αρχίζουν να λιώνουν

2. εκφ, estar hecho un carámbano, είμαι σαν παγοκρύσταλλος, κατεψυγμένος, παγωτό

chirimbolo

1. α, τορνευτό τελείωμα, τορνευτή δοκός για έπιπλο, κτίριο, σαν καλάμι

2. οικ, πρχ τσιρι-τζάντζουλα, πράγμα άγνωστο, μαραφέτι

chirimía πρχ καλαμία

1. θ, μσκ, αυλός, φλογέρα

2. α θ, μουσικός που παίζει αυλό

churumbela 1. θ, μσκ, πρχ καλαμ-ούλα= μικρή φλογέρα

churumbel 1. α, οικ, πρχ κουτσούβελο

Scroll to Top