CALABOZA

CALABOZA= ΠΡΧ ΚΑΛΑ-ΒΟΘΑ> ΚΟΙΛΟ-ΒΑΘΟ> ΚΟΛΟ-ΚΥΘΑ, ΜΤΘ ΚΕΦΑΛΑ,

ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

calabaza 1. θ, βοτ, κολοκυθιά

2. βοτ, κολοκύθα

3. πρχ κύαθος> καλαμπαθα= τσότρα, ξύλινη κανάτα για κρασί ή νερό

4. οικ, μτφ, μτθ καλαβαθα> κεφάλα

5. οικ, μτφ, κεφάλας, με μυαλό κολοκύθας, κολοκύθας, άμυαλος,

No te malgastes el tiempo explicándole las cosas a esa calabaza

Μην σπαταλάς τον χρόνο σου εξηγώντας πράγματα σε αυτόν τον κεφάλα

6. σνθ, calabaza bonetera, pastelera, κοινή κολοκυθιά

calabaza de peregrino, νεροκολόκυθο

calabaza vinatera, νεροκολόκυθο

calabaza confitera, de cidra, κολοκύθα, νερο-κολοκύθα

7. εκφ, dar calabazas a alguien, οικ, μτφ, κόβω κάποιον σε εξέταση, διαγώνισμα

απορρίπτω κάποιον, οικ, μτφ, ρίχνω χυλόπιτα σε κάποιον,

Le pedí una entrevista, pero me dio calabazas,

Του ζήτησα μια συνέντευξη, αλλά με απέρριψε

recibir calabazas, κόβομαι σε εξέταση ή τρώω χυλόπιτα

calabazada 1. θ, χτύπημα με το κεφάλι, κουτουλιά, κεφαλιά, En la puerta de la disco había una pelea. Vi como uno de los hombres derribaba al otro de una calabazada,

Έγινε καβγάς στην πόρτα της ντίσκο. Είδα πως ένας από τους άντρες έριχνε κάτω τον άλλον με μια κουτουλιά

El armarito de la cocina estaba abierto y al levantarme me di una calabazada,

Το ντουλάπι της κουζίνας ήταν ανοιχτό και όταν σηκώθηκα έριξα μια με το κεφάλι

2. χτύπημα στο κεφάλι, El ladrón le dio una calabazada al policía con el bate de béisbol,

Ο ληστής χτύπησε στο κεφάλι τον αστυνομικό με το ρόπαλο του μπέιζμπολ

3. εκφ, darse una persona de calabazadas, δίνει κάποιος στον εαυτό του κεφαλιές=

χτυπάει το κεφάλι του στον τοίχο για κάτι που δεν έκανε ή για κάποιο λάθος,

se daba de calabazadas por no haber invertido en la empresa,

χτύπαγε το κεφάλι του επειδή δεν είχε επενδύσει στην εταιρεία

ή σκέφτεται πολύ πάνω σε κάτι, σπαζοκεφαλιάζει

calabazar 1. α, αγρός σπαρμένος με κολοκύθες

calabazate 1. α, γλυκό από κολοκύθα

calabazazo 1. α, χτύπημα που δίνεται με κολοκύθα

2. χτύπημα στο κεφάλι

calabacera 1. θ, βοτ, κολοκυθιά

calabacín 1. α, βοτ, κολοκύθι

2. οικ, μτφ, με μυαλό κολοκυθιού, κολοκύθας, άμυαλος

calabacino 1. α, τσότρα

descalabazarse 1. ραντ, οικ, μτφ, ξε-κεφαλιάζομαι= σπαζο-κεφαλιάζω για να λύσω κάτι, σπάω το κεφάλι μου

calabozo 1. α, πρχ καλα-μποζο> μπουζού= μπουντρούμι

2. απομόνωση φυλακής

encalabozar 1. ρμ, οικ, μτφ, εν-βάζω στην μπουζού, μπουζουριάζω, φυλακίζω, κλείνω μέσα

calabocero 1. α, δεσμοφύλακας

Scroll to Top