CALA

CALA= ΠΡΧ ΚΟΛ-ΠΟΣ, ΠΡΧ ΚΟΙΛΟΣ, ΠΡΧ ΧΑΛΙΞ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

cala πρχ κολ-πος, πρχ κλάω> κόβω, σχίζω

1. θ, κολπίσκος, fondearon en una cala del sur, αγκυροβόλησαν σε ένα κολπίσκο νότια

2. μτφ, φέτα πεπονιού, καρπουζιού, cala de melón, sandía

3. άνοιγμα σε έδαφος

4. διάτρημα σε τείχος

5. πρχ κάλεσμα σε όλους= σφυγμομέτρηση κοινής γνώμης

6. αμπάρι σε πλοίο, πρχ κοίλο

7. κύτος πλοίου, πρχ κοίλο

8. ιατρικό υπόθετο, πρχ χαλίκι

9. βοτ, άρον το στικτόν

10. εκφ, a cala y cata prueba, δοκιμάζω κόβοντας με το μαχαίρι

calabozo 1. α, πρχ καλαμποσο> κλαδεύσω= μικρό κλαδευτήρι, δρεπάνι

chalé, chalet 1. α, πρχ σαλέ= μονοκατοικία με κήπο

2. σνθ, chalé adosado, μονοκατοικία με μεσοτοιχία σε συγκρότημα ομοίων κατοικιών

chalé pareado, η κάθε μία από δύο όμοιες κατοικίες.

curiana 1. θ, πρχ κατσαρίδα

galleta πρχ γαλέτα, ηχμ κλατς> χτύπος

1. θ, μπισκότο φαγώσιμο, tomaré leche y galletas para desayunar,

θα πάρω ένα ποτήρι γάλα κι μπισκότα για πρωινό

2. οικ, μτφ, μπάτσος, χαστούκι, recibir una galleta, τρώω χαστούκι

3. οικ, μτφ, χτύπημα σε πράγμα, una galleta con la esquina de la mesa,

ενα χτύπημα στη γωνία του τραπεζιού

4. ορυ, γαιάνθρακας σε χοντρά κομμάτια

5. σνθ, galleta maría, μπισκότο

galleta salada, αλμυρό μπισκότο, κράκερ

6. εκφ, darse una galleta, δίνω ενα χτύπο= χτύπημα, σύγκρουση,

me di una galleta en el tobillo cerrando la puerta,

χτύπησα στον αστράγαλο κλείνοντας την πόρτα

se dieron tal galleta que el coche quedó destrozado,

ήταν τέτοια η σύγκρουση που το αυτοκίνητο καταστράφηκε

galletero, ra 1. ε, πρχ γαλετάρης= σχετικός, -ή, -ó με μπισκότα

2. μπισκοτοβιομηχανία, που παράγει μπισκότα

3. α θ, παρασκευαστής, -ια μπισκότων

galletero 1. α, γαλετ-ιερα= μπισκοτιέρα

Calabria 1. ονο, Καλαβρία

calabrés, esa 1. ε, καλαβρέζικος, -η, -o

2. α θ, γηγενής, κάτοικος Καλαβρίας, Καλαβρός, Καλαβρή

calatrava 1. θ, πιστός, -ή του τάγματος της Καλατράβα

calatravo, va 1. ε, καλατραβικός, -ή, -ό, του τάγματος της Καλατράβα

calatravo 1. α, ιππότης τάγματος της Καλατράβα

Caledonia 1. ονο, Καληδονία

caledoniano, na 1. ε, γωλ, καληδόνιος, -α, -o

callao πρχ καλαο> χάλικας

1. α, κροκάλα, βότσαλο, λιθάρι

2. λιθό-στρωτο

calpense 1. ε, λγτ, από το Γιβραλτάρ

2. α θ, γηγενής Γιβραλτάρ

calvados 1. α, καλβαντός

Cervantes 1. ονο, Θερβάντες

cervantista 1. ε, α θ, σχετικός, -ή, -ό με την μελέτη του έργου του Θερβάντες

μελετητής, -ια, της ζωής και του έργου του Θερβάντες

Scroll to Top