CABLE

CABLE= ΠΡΧ ΚΑ(Β)ΛΩ-ΔΙΟ, ΠΡΧ ΚΑΒΟΣ> ΣΧΟΙΝΙ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

cable πρχ καλώδιο

1. α, καλώδιο, los cables de la luz, τα ηλεκτρικά καλώδια

cable eléctrico, ηλεκτρικό, ηλεκτροφόρο καλώδιο

2. τχν, καλώδιο, οπτική ίνα, cable de fibra óptica,

cable óptico, οπτική ίνα

televisión por cable, καλωδιακή τηλεόραση

3. μτφ, ναυ, καραβόσκοινο, lanzaron un cable para amarrar la embarcación,

έριξαν ένα σχοινί για να δέσουν το πλοίο

σχοινί με ειδική χρήση, el cable del ascensor, το συρματόσκοινο του ασανσέρ

4. μτφ, τηλεγράφημα, επειδή γίνεται με καλώδιο

5. σνθ, cable aéreo, εναέριο καλώδιο

cable de alambre, συρματόσκοινο

cable de serie, σειριακό καλώδιο

cable herciano, τχν, καλώδιο χερτζ= κυματοδηγός

cable portante, καλώδιο ανάρτησης

cable submarino, υποθαλάσσιο καλώδιο

cable coaxial, ομοαξονικό καλώδιο

6. εκφ, cruzársele los cables a alguien, οικ, μτφ, του κροσάρουν τα καλώδια> νεύρα=

μου ανάβουν τα λαμπάκια, χάνω τον έλεγχο, θολώνω στο μυαλό,

dice que le mató porque se le cruzaron los cables,

λέει πως τον σκότωσε γιατί θόλωσε

echarle, tenderle un cable a alguien, μτφ, δίνω ένα χέρι βοήθειας σε κάποιον

cablear 1. ρμ καλωδιώνω, περνάω, συνδέω καλώδια,

Los electricistas están cableando el edificio,

Οι ηλεκτρολόγοι καλωδιώνουν το κτίριο

cableado, da 1. ε, καλωδιωμένος, -η, -ο

cableado 1. α, καλωδίωση

cablegrafiar 1. ρμ, πρχ καλωδιο-γράφω= μεταφέρω τηλεγράφημα μέσω υποθαλάσσιου καλωδίου

cablegráfico, ca 1. ε, καλωδιακός, -ή, -ό

cablegrama 1. α, τηλεγράφημα μέσω υποθαλάσσιου καλωδίου

cableoperador 1. α, χειριστής υποθαλάσσιων καλωδίων

cableoperadora 1. θ, χειρίστρια υποθαλάσσιων καλωδίων

cablero, ra 1. ε, α θ, καλωδιοφόρος, -ος, -ο, καλωδιοφόρο πλοίο

cablevisión θ, καλωδιακή τηλεόραση

cablista 1. α θ, τεχνικός καλωδίων

calabrote 1. α, ναυ, παλαμάρι, συρματόσκοινο

acalabrotar 1. ρμ, ναυ, πλέκω σκοινί ή κάβο

Scroll to Top