CABEZA= ΡΙΖΑ ΚΑΒ-, ΚΑΠ- > ΚΕΦ-, ΠΡΧ ΚΕΦΑΛΙ, ΠΡΧ ΚΑΒΟΣ= ΑΚΡΗ, ΚΑΒΟΣ,
ΠΡΧ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ, ΚΕΦΑΛΑΙΟ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
capitán πρχ καπετάνιος= κεφαλή σε κάτι
1. α, αθλ, αρχηγός ομάδας, el capitán del equipo de fútbol lleva un brazalete,
ο αρχηγός της ποδοσφαιρικής ομάδας φοράει περιβραχιόνιο
2. στρ, λοχαγός
3. ναυ, πλοίαρχος
4. σνθ, capitán de corbeta, de fragata, πλωτάρχης, αντιπλοίαρχος
capitán de la marina mercante, πλοίαρχος, καπετάνιος
capitán de puerto, λιμενάρχης
capitán general, στρ, o ανώτατος βαθμός αξιωματικού των ισπανικών ενόπλων δυνάμεων
capitana 1. θ, ε, στρ, ναυαρχίδα,
nave capitana, ναυ-αρχίδα
2. θ, στρ, ναυαρχίδα
3. σύζυγος του καπετάνιου
4. αθλ, αρχηγός
5. στρ, λοχαγός
6. ναυ, πλοίαρχος, καπετάνισσα
capitanear πρχ είμαι καπετάνιος σε κάτι= ηγούμαι
1. ρμ, είμαι καπετάνιος σε κάτι, διοικώ, ηγούμαι στρατεύματα,
Un joven valiente capitaneaba el batallón,
Ένας γενναίος νεαρός άνδρας ηγούταν του τάγματος
2. διευθύνω, διοικώ, ¿Quién estará a cargo de capitanear el equipo para este proyecto?
Ποιος θα είναι υπεύθυνος να διευθύνει την ομάδα για αυτό το πρότζεκτ;
3. αθλ, είμαι αρχηγός, Eligieron a Alejandro para capitanear nuestro equipo de fútbol
Ο Αλεχάντρο επιλέχθηκε να είναι αρχηγός της ομάδας ποδοσφαίρου μας
capitanía πρχ καπετανιά
1. θ, στρ, αξίωμα λοχαγού
2. διοίκηση
3. αθλ, αρχηγία ομάδας
4. σνθ, capitanía general, στρ, γραφείο σε αρχηγείο στρατού ξηράς
ή περιοχή όπου διοικεί σε ξηρά ο αρχηγός στρατού
capitolio πρχ κεφαλή της βουλής
1. α, Καπιτώλιο, κτίριο για συνεδριάσεις του Κογκρέσου των ΗΠΑ
capitolino, na 1. ε, καπιτωλιακός, -ή, -ό, σχετικός, -ή, -ό με το Καπιτώλιο
capitalismo 1. α, καπιταλισμός, el capitalismo tiene sus riesgos para la sociedad,
Ο καπιταλισμός ενέχει τους κινδύνους του για την κοινωνία
capitalista 1. ε, α θ, καπιταλιστικός, -ή, -ο, καπιταλιστής, ια, κεφαλαιοκράτης, -ισσα
capitalizar 1. ρμ, κεφαλαιο-ποιώ, El fundador de la cervecería está buscando nuevos socios para capitalizar la empresa, Ο ιδρυτής της ζυθοποιίας αναζητά νέους συνεργάτες για να κεφαλαιοποιήσει την εταιρεία
2. επενδύω κεφάλαια σε εταιρεία
3. βγάζω κεφάλαιο= κέρδος από κάτι, επωφελούμαι από, εκμεταλλεύομαι,
El candidato no pudo capitalizar los errores de su oponente, y por eso perdió la elección,
Ο υποψήφιος δεν μπόρεσε να εκμεταλλευτεί τα λάθη του αντιπάλου του και γι’ αυτό έχασε τις εκλογές
4. μτφ, κεφαλο-ποιώ το ενδιαφέρον, προσοχή= μονοπωλώ
capitalización 1. θ, κεφαλαιοποίηση
capitalizable 1. ε, κεφαλαιοποιήσιμος, -η, -ο
supercapitalización 1. θ, χρμ, υπερ-κεφαλαιο-ποίηση
descapitalizar 1. ρμ, απο-κεφαλο-ποιώ= αφήνω χωρίς κεφάλαιο
2. ραντ, απο-κεφαλο-ποιούμαι= μένω χωρίς κεφάλαιο
descapitalización 1. θ, απο-κεφαλαιοποίηση
recapitalización 1. θ, οκν, ανα-κεφαλαιοποίηση
neocapitalismo 1. α, οκν, νεο-καπιταλισμός
neocapitalista 1. ε, οκν, νεοκαπιταλιστικός, -ή, -ó
capital πρχ κεφάλαιο
1. ε, για σημασία, κεφαλαιώδης, -ης, -ες, θεμελιώδης, -ης, -ες, πρωταρχικός, -ή, -ό,
es de capital importancia que vengas, είναι κεφαλαιώδης σημασίας να έρθεις
una obra capital, ένα κεφαλαιώδες έργο
2. σχετικός, -ή, -ό με το κεφάλι, Condenaron al asesino a la pena capital,
καταδίκασαν τον δολοφόνο σε κεφαλική> θανατική ποινή
3. για πόλη, πληθυσμό= κύριος, -α, -ο, πρωτεύων, -ουσα, -ον, ciudad capital, πρωτεύουσα
4. α, κεφάλαιο, el capital en un negocio, το κεφάλαιο σε μια επιχείρηση
5. θ, πρωτεύουσα, la capital de Grecia, η πρωτεύουσα της Ελλάδας
6. τυπ, μεγάλο κεφαλαίο στην αρχή της παραγράφου
7. σνθ, capital activo, ενεργητικό κεφάλαιο
capital bajo riesgo, επισφαλές κεφάλαιο
capital inicial, αρχικό κεφάλαιο
capital de provincia, πρωτεύουσα επαρχίας
capitalidad 1. θ, ιδιότητα της πρωτεύουσας, la ciudad comparte la capitalidad cultural,
η πόλη μοιράζεται τον τίτλο της πρωτεύουσας
bicapitalidad 1. θ, σύστημα δύο-πρωτευουσών
capitalino, na 1. ε, α θ, πρωτευουσιάνικος, -η, -ο, πρωτευουσιάνος, -α
per cápita 1. εκφ, κατά κεφαλήν, renta per cápita, κατά κεφαλήν εισόδημα
capitación 1. θ, κεφαλικός φόρος
capitel 1. α, πρχ καπι-τελ> κεφαλή-στήλης= κιονό-κρανο
2. σνθ, capitel compuesto, ατκ, κιονόκρανο μεικτού ρυθμού
capitel corintio, κορινθιακό κιονόκρανο
capitel dórico, δωρικό κιονόκρανο
capitel jónico, ιωνικό κιονόκρανο
chapitel πρχ τσαπι-τελ> κεφαλή-στήλης
1. α, ατκ, κιονόκρανο
2. τχν, στροφέας πυξίδας
capítulo πρχ κεφάλαιο
1. α, κεφάλαιο βιβλίου, νόμου, tengo que leer el capítulo, πρέπει να διαβάσω το κεφάλαιο
2. κεφάλαιο σε σειρά, επεισόδιο, Me perdí el segundo capítulo del documental,
Έχασα το δεύτερο κεφάλαιο του ντοκιμαντέρ
3. θέμα, κεφάλαιο, El capítulo de los presupuestos del Estado siempre es polémico,
Το κεφάλαιο για τους κρατικούς προϋπολογισμούς είναι πάντα αμφιλεγόμενο
4. κεφάλαιο σε χρονική περίοδο
5. τομέας, Destinaron dos millones de euros a los capítulos de promoción y relaciones
públicas, Δύο εκατομμύρια ευρώ διατέθηκαν στους τομείς της προώθησης και δημόσιων σχέσεων
6. θρη, μτφ, μάζεμα κεφαλών= τακτική συνέλευση ιερατείου
7. σνθ, capítulos matrimoniales, νομ, γαμικό σύμφωνο = κεφάλαιο συμβολαίου
8. εκφ, llamar a alguien a capítulo, καλώ σε κάποιον το κεφάλαιο, σαν να του λέω τους νόμους, νουθετώ, παρατηρώ κάποιον
merecer algo, alguien capítulo aparte, μτφ, πρέπει να μεριστεί κεφάλαιο ειδικό=
αυτή είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση, είναι άλλο κεφάλαιο
cap. κεφάλαιο
recapitular 1. ρμ, ανα-κεφαλαιώνω θέματα, συνοψίζω
recapitulación 1. θ, ανακεφαλαίωση θεμάτων
recapitulativo, va 1. ε, ανακεφαλαιωτικός, -ή, -ó
capitula 1. θ, θρη, κεφάλαιο απόσπασμα της Αγίας Γραφής διαβαστό μετά τους ψαλμούς
capitular πρχ δίνω την κεφαλή, κεφάλαιο
1. ρμ, μτφ, δίνω την κεφαλή μου= συνθηκολογώ, παραδίδομαι,
la ciudad capituló ante los alemanes, η πόλη παραδόθηκε στους Γερμανούς
2. μτφ, δίνω την κεφαλή μου= υποχωρώ σε κάτι
3. μτφ, κλείνω κεφάλαιο= καταλήγω σε συμφωνία, las empresas desean capitular,
οι εταιρίες επιθυμούν να καταλήξουν σε μια συμφωνία
capitulación 1. θ, συνθηκολόγηση, παράδοση, la capitulación alemana,
η συνθηκολόγηση της Γερμανίας
2. κλείσιμο κεφαλαίου σε κάτι = συμφωνία, una capitulación favorable,
μια ευνοϊκή συμφωνία
3. σνθ, capitulaciones matrimoniales, νομ, γαμικό σύμφωνο
capitular 1. ε, θρη, κεφαλικός= σχετικός, -ή, -ó με το ιερατείο καθεδρικού ναού, μονής
sala capitular, σάλα κεφαλική = αίθουσα συνεδρίασης του ιερατείου
2. θ, τυπ, καλλιτεχνικό γράμμα στην αρχή κεφαλαίου, παραγράφου
3. κεφαλαίο γράμμα
cabeza πρχ κεφάλι
1. θ, κεφάλι ανθρώπου, ζώου, tengo dolor de cabeza, έχω πονο-κέφαλο
2. μτφ, μυαλό, νου, Nunca le pasa por la cabeza ordenar la habitación,
Δεν του περνάει ποτέ από το μυαλό να τακτοποιήσει το δωμάτιό του
3. μτφ, κρίση, κοινή λογική, νοημοσύνη, ικανότητα, es hombre de gran cabeza,
είναι άνθρωπος με μεγάλη νοημοσύνη
Contratamos a Isaac porque tiene cabeza para los números,
Προσλάβαμε τον Ισαάκ επειδή έχει ικανότητα στους αριθμούς
4. μτφ, μνημονικό
5. μτφ, μαλλιά στο κεφάλι, me lavé la cabeza, έπλυνα τα μαλλιά μου
6. μτφ, κεφαλή σε ιεραρχία, σειρά ατόμων, σειρά πραγμάτων, αρχηγός,
la cabeza de una pandilla, η κεφαλή μιας συμμορίας
7. μτφ, κεφάλι ζωντανού από κοπάδι, un rebaño de 50 cabezas, ένα κοπάδι από 50 κεφάλια 8. μτφ, κεφάλι επικηρυγμένου, ζωή
9. μτφ, κεφάλι σε κάτι = άκρη, κεφαλή, la cabeza de un clavo, το κεφάλι ενός καρφιού
10. μτφ, κεφαλή ενός μέρους = ανώτερο σημείο σε κάτι, la cabeza de un árbol,
η κεφαλή ενός δέντρου
11. μτφ, κεφαλή μηχανής, la cabeza de una máquina de coser, η κεφαλή μιας ραπτομηχανής
12. σνθ, cabeza lectora, κεφαλή ανάγνωσης
cabeza nuclear, πυρηνική κεφαλή
cabeza atómica, ατομική κεφαλή
cabeza de ajos, κεφάλι σκόρδο
cabeza de ganado, κεφάλι= ζώο (κοπαδιού)
cabeza de línea, αφετηρία γραμμής
cabeza grabadora, πλφ, κεφαλή εγγραφής
cabeza vacía, κεφάλι γεμάτο άχυρα
cabeza cuadrada, μτφ, κεφάλι τετράγωνο= πεισματάρης, ξεροκέφαλος
cabeza de familia, κεφαλή οικογένειας
cabeza de hierro, αγύριστο κεφάλι
cabeza de turco, κεφάλι τούρκου= αποδιοπομπαίος τράγος
cabeza loca, κεφάλι ά-λογο= ριψοκίνδυνος άνθρωπος
cabeza torcida, κεφάλι στριφτό= υποκριτής
13. εκφ, cabeza abajo, με το κεφάλι ανάποδα
cabeza arriba, με το κεφάλι ψηλά
cargársele la cabeza a alguien, καργάρω το κεφάλι= σκοτίζω κάποιον
conservar la cabeza, κρατάω την κεφαλή= ψυχραιμία μου
darse de cabeza contra la pared, χτυπώ το κεφάλι μου στον τοίχο
caer, tirarse de cabeza, πέφτω, τραβάω με το κεφάλι προς τα κάπου
μτφ, με τα μούτρα σε κάτι
μτφ, από μνήμης= απ’ έξω
abrirse la cabeza, ανοίγω το κεφάλι
bajar la cabeza, σκύβω το κεφάλι
a la cabeza de, επί κεφαλής σε
¿quién está a la cabeza del equipo? ποιος είναι επί κεφαλής στην ομάδα;
andar de cabeza, βαδίζω με= έχω πολλά στο κεφάλι
apostarse la cabeza, ποστάρω= κόβω το κεφάλι μου
arrojarse de cabeza ρίχνομαι =πέφτω με το κεφάλι
embutir la cabeza con, εμ-ποτίζω= κάνω πλύση εγ-κεφάλου
en cabeza, επι-κεφαλής= στην κεφαλή, πρώτος
estar mal de la cabeza, δεν είμαι στα καλά μου
estrujarse la cabeza, στύβω το μυαλό μου
ir de cabeza a, πηγαίνω κατα-κέφαλα= κατευθείαν σε
írsele a alguien algo de la cabeza, του φεύγει= βγαίνει κάτι από το μυαλό μου
írsele a alguien la cabeza, του φεύγει= χάνω το μυαλό μου
lanzarse de cabeza, λανσάρομαι= βουτάω με το κεφάλι, πέφτω με τα μούτρα
levantar cabeza, σηκώνω κεφάλι
llenar la cabeza de pájaros a alguien, γεμίζω= φουσκώνω τα μυαλά κάποιου > με πουλιά
más vale ser cabeza de ratón que cola de león, πρμ, πιο πολύ αξίζει κεφάλι ποντικιού από ουρά λιονταριού= κάλλιο πρώτος στο χωριό, παρά δεύτερος στη πόλη
meterle algo a alguien en la cabeza, βάζω κάτι στο μυαλό κάποιου
meterse de cabeza en algo, μπαίνω με το κεφάλι= έχω πλήρη ανάμειξη σε κάτι
partirse la cabeza, σπάω το κεφάλι μου, τρώω τα μούτρα μου
perder la cabeza, χάνω το μυαλό μου
rodarán cabezas, θα ροδάρουν= θα πέσουν κεφάλια
romperse la cabeza, σπάω το κεφάλι μου
sacar la cabeza, ξεμυτίζω
sentar cabeza, καθίζω το κεφάλι= λογικεύομαι, σοβαρεύομαι
ή τακτοποιούμαι στην ζωή μου
tener mala cabeza, έχω κακή μνήμη
venir a la cabeza, μου έρχεται στο μυαλό
cabezada πρχ κεφαλ-αδα
1. θ, κουτούλημα από ύπνο ή κατά λάθος
2. υπνάκος, Tienes sueño. Necesitas una cabezada, Νυστάζεις. Χρειάζεσαι έναν υπνάκο
3. χτύπημα με το κεφάλι κάπου, ελαφριά κουτουλιά
4. χτύπημα, κουτουλιά, tiene un moretón en la mejilla provocado por una cabezada,
έχει μια μελανιά στο μάγουλο του που προκλήθηκε από ένα χτύπημα στο κεφάλι
5. μτφ, για πλοίο, αεροπλάνο, ανεβοκατέβασμα μύτης= κεφαλής
6. γνέψιμο του κεφαλιού, Juan me indica con una cabezada que me vaya,
Ο Χουάν μου δείχνει με ένα γνέψιμο να φύγω
7. καπίστρι αλόγου, El caballo no quiere que le ponga la cabezada,
Το άλογο δεν θέλει να του βάλω το καπίστρι
8. κεφαλάρι βιβλιοδέτησης
9. εκφ, dar cabezadas, δίνω κεφαλιά σε κάποιον
για πλοίο, αεροπλάνο, ανεβοκατεβαίνω με την μύτη
Las cabezadas que daba el barco marearon a los pasajeros,
Τα ανεβοκατεβάσματα που έδινε το πλοίο ζάλισαν τους επιβάτες
darse de cabezadas, σπάω το κεφάλι μου για να βρω κάτι ή χτυπάω το κεφάλι σε κάτι
cabezal πρχ κεφαλάρι
1. α, μαξιλάρα κρεβατιού
2. μαξιλαράκι
3. τχν, κεφαλή ξυριστικής μηχανής
4. τχν, κεφαλή βίντεο, κασέτας
5. στήριγμα κεφαλιού καρέκλας
cabezazo πρχ κεφαλ-άτο
1. α, κεφαλιά, κουτουλιά
2. πδφ, κεφαλιά
cabezo πρχ κέφαλο, σαν κεφαλή σε κάτι
1. α, κορυφή σε κάτι
2. λόφος
3. βουναλάκι
4. πρχ ύφαλος, σκόπελος, σαν κεφάλι που εξέχει
cabezón, ona πρχ κεφάλ-ας
1. ε, α θ, κεφάλας, με μεγάλο κεφάλι
2. ε, α θ, μτφ, ξερο-κέφαλος, η, ο, πεισματάρικος, -η, -ο, πεισματάρης, α
3. ε, για κρασί που ανεβαίνει στο κεφάλι
4. σνθ, cabezón (de cuadra), καπίστρι αλόγου
cabezonería πράξη του κεφάλα
1. θ, πείσμα, ξερο-κεφαλιά, se niega a ir por cabezonería, αρνείται να πάει από πείσμα
cabezota 1. ε, α θ, πεισματάρικος, -η, -ο, ξερο-κέφαλος, -η, -ο πεισματάρης, -α
2. ε, α θ, κεφάλας, σε μέγεθος
cabezudo, da 1. ε, α θ, κεφάλας, που έχει μεγάλο κεφάλι
2. πεισματάρικος, -η, -o πεισματάρης, -α
cabezudo 1. α, φιγούρα λαϊκών γιορτών με άντρες και γυναίκες φορώντας κεφάλια από χαρτόνι μεγάλα με έντονα χρώματα
2. ζωλ, ψάρι, κέφαλος
cabezuela πρχ κεφαλ-ούλα
1. θ, βοτ, κεφάλιο
2. βοτ, μπουμπούκι τριαντάφυλλου
3. κεφαλή σπαραγγιού
4. χοντρό αλεύρι σαν κεφαλάκι
5. κατακάθι κρασιού
6. μτφ, ελαφρόμυαλος άνθρωπος
cabezuelo 1. α, μτφ, ύψωμα, βουναλάκι
cabecilla πρχ κεφαλάκι
1. θ, μτφ, αρχηγός σε εξέγερση, el cabecilla del motín, η κεφαλή του κινήματος
2. αρχηγός σε πολιτικό, κοινωνικό κίνημα
3. άτομο χαμηλής κρίσης και συμπεριφοράς
descabezar πρχ ξε-κεφαλίζω
1. ρμ, αποκεφαλίζω άνθρωπο, ζώο, El tirano dio orden a sus soldados de descabezarles,
Ο τύραννος έδωσε διαταγή στους στρατιώτες του να τους αποκεφαλίσουν
2. κυρ, μτφ, αποκεφαλίζω αντικείμενο, κόβω το άκρο, κεφαλή του ή άρχηγό σε κάτι,
La operación policial descabezó al grupo terrorista,
Η αστυνομική επιχείρηση αποκεφάλισε την τρομοκρατική ομάδα
3. αποκεφαλίζω φυτό, Los fuertes vientos descabezaron los rosales,
Οι δυνατοί άνεμοι αποκεφάλισαν τις τριανταφυλλιές
4. μτφ, αποκεφαλίζω μια δυσκολία, ξεπερνώ κάτι
5. ρα, αποκοιμιέμαι λίγο
6. ραντ, ξεκεφαλιάζομαι= σκέφτομαι επίμονα κάποιον ή κάτι
descabezamiento 1. α, αποκεφαλισμός
2. για φυτό, δέντρο, ξε-κεφάλισμα, κουτσούρεμα, κορφολόγημα, κλάδεμα
3. στρ, μεταβολή, σαν ξε-κεφάλισμα πορείας
descabezado, da 1. ε απο-κεφαλισμένος, -η, -o για άτομο, ζώο
2. με κομμένο άκρο, κεφαλή, μύτη, για αντικείμενο, κουτσουρεμένος, -η, -o
3. μτφ, που πράττει χωρίς κεφάλι> μυαλό= ανεγκέφαλος, -η, -ο
4. που ξεχνά, αφαιρείται, ξεμυαλισμένος, -η, -ο
encabezar πρχ επι-κεφαλίζω
1. ρμ, επι-κεφαλίζω κάτι, είμαι επικεφαλής σε πορεία, διαδήλωση, προσπάθεια,
καθοδηγώ κάτι, ηγούμαι, Mi jefe quiere que yo encabece el proyecto,
Το αφεντικό μου θέλει εγώ να ηγηθώ του έργου
2. προηγούμαι, είμαι επικεφαλής σε κούρσα, κατάταξη, βρίσκομαι σε κορυφή,
encabeza la clasificación, προηγείται στην κατάταξη
El programa encabezaba las calificaciones de televisión,
Η εκπομπή βρέθηκε στην κορυφή των τηλεθεάσεων
3. σε λίστα, κατάλογο, είμαι επικεφαλής, πρώτος σε εγγραφή για κάτι
4. επι-κεφαλίζω ένα γραπτό, επιγράφω, βάζω τίτλο, επικεφαλίδα,
encabezó su libro con dos palabras, επικεφάλισε το βιβλίο του με δύο λέξεις
5. οιν, μτφ, αυξάνω βαθμούς σε αλκοόλ, οινόπνευμα σε κρασί
6. ξυλ, ματίζω τάβλες, μαδέρια, ενώνω κεφαλές
encabezamiento 1. α, επικεφαλίδα σε κάτι
2. απογραφή, εγγραφή σε μητρώο, σαν να βάζω το κεφάλι = όνομα μου
cabecear πρχ κεφαλο-βολώ
1. ρμ, κουτουλώ από τη νύστα, Estaba tan cansado que comencé a cabecear,
Ήμουν τόσο κουρασμένος που άρχισα να κουτουλάω από την νύστα
2. μτφ, κοιμάμαι ελαφρά, λαγο-κοιμάμαι
3. κουνώ το κεφάλι, κάνω πέρα-δώθε το κεφάλι
4. γέρνω το κεφάλι μπροστά
5. αποδοκιμάζω ή αρνούμαι κουνώντας το κεφάλι, γνέφω αρνητικά,
Le pregunté a Andrea si necesitaba ayuda pero cabeceó,
Ρώτησα την Άντρεα αν χρειαζόταν βοήθεια, αλλά εκείνη κούνησε το κεφάλι της αρνητικά
6. μτφ, για πλοίο, αεροπλάνο, κουνάω την μύτη= κεφάλι πάνω κάτω, κλυδωνίζομαι
7. για αμάξι, μτφ πάνω κάτω το κεφάλι= τραντάζομαι
8. για άλογο, τινάζω το κεφάλι
9. για πράγμα, γέρνω
10. πδφ, δίνω κεφαλιά
11. οιν, μτφ, κεφαλο-βολώ κρασιά= αναμειγνύω ποικιλίες και φτιάχνω ένα
cabeceo 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του cabecear
cabeceado 1. α, κεφαλο-τόνισμα σε γράμματα, αυξημένο πάχος ψηλά σε b και του d
cabeceador, ra 1. ε, που πράττει το cabecear
2. ναυ, μτφ, κλυδωνιζόμενος, -η, -o
3. α θ, πδφ, κεφαλοσφαιριστής, -ια
cabecera πρχ κεφαλ-ιέρα
1. θ, προσ-κεφάλι σε κρεβάτι, κεφαλάρι
2. κεφαλή τραπεζιού
3. επικεφαλίδα σε πρόγραμμα, τίτλοι
4. μτφ, για άτομο, κεφαλή= αρχηγός περιοχής, εδάφους
5. αρχή σαν κεφαλή πραγμάτων= πηγή ποταμιού
6. κεφαλή= αρχή πορείας σε δρόμο, αφετηρία
7. κεφαλή τρένου, βαγονιού
8. κεφαλή βιβλίου= προ-μετωπίδα
9. κεφαλάρι βιβλιοδέτησης
10. κέντρο σάλας, αίθουσας
11. μαξιλάρι
12. επικεφαλίδα γραπτού, σελίδας
13. πρωτοσέλιδος τίτλος περιοδικού, εφημερίδας
14. σνθ, cabecera de prensa, κεντρικός τίτλος εφημερίδας
15. εκφ, estar a la cabecera de la mesa, είμαι στην κεφαλή του τραπεζιού
cabecero 1. α, κεφαλάρι κρεβατιού
cabestro πρχ καπίστρι, λουρί για κεφάλι ζώου
1. καπίστρι
2. μτφ, βόδι, επειδή τραβιέται με καπίστρι
3. μτφ, ευνουχισμένος ταύρος
4. μτφ, μπουνταλάς
cabestraje 1. α, πρχ καπιστρ-άγημα= κοπάδι βοοειδών
cabestrero, ra 1. α θ, πρχ καπιστράρης= κατασκευαστής, -ια ή πωλητής, -ια καπιστριών
2. τσοπάνης που περνά καπίστρι στα ζώα του
cabestrillo 1. α, πρχ καπιστρ-άκι= ιατ, επίδεσμος ανάρτησης χεριού, αναρτήρας
tenia el brazo en cabestrillo, είχε το χέρι της τυλιγμένο σε αναρτήρα
encabestrar 1. ρμ, καπιστρώνω άλογο
2. χαλιναγωγώ τα ζώα βοσκής
3. ραντ, μπερδεύεται το πόδι στο καπίστρι
encabestramiento 1. α, καπίστρωμα αλόγου
encabestradura 1. θ, πληγή αλόγου από την τριβή με το καπίστρι
desencabestrar 1. ρμ, ξε-καπιστρώνω, ξεμπλέκω το καπίστρι
capricho πρχ καπρίτσιο= κάνω του κεφαλιού μου
1. α, καπρίτσιο, este coche es su último capricho,
αυτό το αμάξι είναι το τελευταίο του καπρίτσιο
2. γεγονός αυθαίρετο, ιδιοτροπία, los caprichos de la vida, οι ιδιοτροπίες της ζωής
Esta especie animal tan rara es un auténtico capricho de la naturaleza,
Αυτό το σπάνιο είδος ζώου είναι μια αληθινή ιδιοτροπία της φύσης
3. τεχ, σπάσιμο του κανόνα, ιδιοτροπία
4. μσκ, καπρίτσιο
5. εκφ, al capricho de, κατά τα καπρίτσια, σύμφωνα με,
conceder un capricho a alguien, κάνω το καπρίτσιο= χατίρι σε κάποιον
a capricho, κατά βούληση, distribuyó las tareas a capricho,
μοίρασε τις εργασίες κατά βούληση
caprichoso, sa πρχ καπριτσ-ιόζο
1. ε, για άτομο, συμπεριφορά, καπριτσιόζος, -α, -ο, ιδιότροπος, -η, -o
2. για αντικείμενο χωρίς κανόνες, ομαλότητα, ακανόνιστος, -η, -ο, ανώμαλος, -η, -o,
dibujos caprichosos, δημιουργούνται ακανόνιστα σχέδια
3. α θ, κάνει του κεφαλιού του, τζαναμπέτης, -ισσα
encapricharse πρχ καπριτσο-νομαι με κάτι, κάποιον, του γίνεται καπρίτσιο, επιθυμία
1. ραντ, αποκτώ καπρίτσιο, πάθος, εμμονή με κάτι, μου κάθεται κάτι στο κεφάλι,
se ha encaprichado de una moto, έχει καπριτσωθεί με μια μηχανή
Se encaprichó con estudiar en el extranjero y ahora no quiere,
Του έκατσε στο κεφάλι με το να σπουδάσει στο εξωτερικό και τώρα δεν θέλει
2. καπριτσώνεται με κάποιο άτομο, ερωτεύεται ελαφρά, ξεμυαλίζομαι
Lucas se enamoró de Nina, pero ella se encaprichó con su hermano,
Ο Λούκας ξεμυαλίστηκε με τη Νίνα, αλλά εκείνη ξεμυαλίστηκε με τον αδερφό του
encaprichamiento 1. α, καπρίτσιο για πράγμα
2. για άτομο, ξεμυάλισμα ερωτικό
cabildo πρχ καμπιλδο> καπιτώλιο, σαν κεφαλή κτιρίου
1. α, δημοτικό συμβούλιο
2. θρη, ιερατείο
3. συνέλευση κληρικών, συμβουλίου
4. αίθουσα συνελεύσεων κληρικών
acabildar 1. ρμ, καπιτολίζω= μαζεύω στο συμβούλιο για λήψη αποφάσεων από κοινού
cabildada 1. θ, κατάχρηση εξουσίας
cabildear 1. ρα, καπιτολίζω= μηχανορραφώ, σαν συμβούλιο ατόμων
Los conspiradores cabildearon contra el gobierno imperialista,
Οι συνωμότες μηχανορράφησαν κατά της ιμπεριαλιστικής κυβέρνησης
cabildeo 1. α, πρχ καπιτόλισμα= μηχανορραφία
2. εκφ, andar de cabildeos, βαδίζω μέσα σε Καπιτώλιο = πλέκω ίντριγκες
cabildero, ra 1. α θ, πρχ καπιτολιστής= μηχανορράφος
cabo πρχ κάβος= άκρη, κεφαλή, κεφάλι, σαν άκρο, αρχή σε κάτι
1. α θ, στρ, μτφ, σαν αρχή ιεραρχίας, δεκανέας
2. αστυνομία, υπαρχιφύλακας, el cabo esposó al ladrón,
o υπαρχιφύλακας φόρεσε χειροπέδες στον κλέφτη
3. σνθ, cabo de cañón, στρ, στρατιώτης ή ναύτης βαρέως πυροβόλου όπλου
cabo de fila, στρατιώτης επικεφαλής σειράς
cabo de ronda, αρχηγός περιπολίας
cabo de trompetas, τρομπιστής, σαλπιγκτής
cabo de vara, φρουρός φυλακών
4. α, ακρω-τήρι, ακρω-τήριο, σαν κάβος, el cabo Cañaveral, το ακρωτήριο Κανάβεραλ
5. άκρη, άκρο σε κάτι, el cabo de la cuerda, η άκρη του σχοινιού
el cabo de la calle, η άκρη του δρόμου
6. υπόλοιπο από κάτι, σαν άκρο κομμένο, los cabos de hilo, οι άκρες από κλωστές
7. λαβή, χερούλι από εργαλείο, σαν άκρη, el cabo de la pala, το χερούλι του φτυαριού
8. ναυ, κάβος, καραβόσκοινο
9. σνθ, cabo de vela, άκρη απο κερί = ασήμαντο πράγμα
cabo suelto, άκρη λυτή= υπόθεση που εκκρεμεί, εκκρεμότητα, Es tarde. ¿Qué haces todavía en la oficina? – Me voy de vacaciones mañana y no quiero dejar ningún cabo suelto,
Είναι αργά. Τι κάνεις ακόμα στο γραφείο; – Αύριο φεύγω διακοπές και δεν θέλω να αφήσω εκκρεμότητες
10. εκφ, al cabo, στο τέλος, al cabo, se fue, στο τέλος έφυγε ή τελικά, εν τέλει
al cabo de, στο τέλος του, μετά το πέρας, al cabo de 5 meses, μετά από 5 μήνες
al fin y al cabo, στο τέλος-τέλος, τελικά
atar cabos, άπτω άκρες= διασταυρώνω στοιχεία για κάτι
de cabo a cabo, de cabo a rabo, από την κεφαλή σε ουρά = αρχή ως το τέλος
llevar a cabo, φέρω εις άκρη =πέρας κάτι
trincar los cabos, ναυ, τριχιάζω= δένω τους κάβους
cabos 1. α πλ, άκρες ζώου, πόδια, μουσούδα και χαίτη
cabal πρχ με κεφάλι πλήρες > μυαλό, ή πρχ ακριβής στα όρια του
ή για την κατάλληλη χρήση, σωστός, πλήρες
1. ε, για άτομο, με κεφάλι> σκέψη σωστή= δίκαιος, -η, -o, έντιμος, -η, -o
un hombre cabal, ένας έντιμος άνδρας
2. για κάτι, ακριβής, -ής, -ές una cuenta cabal, ένας ακριβής λογαριασμός
5 horas cabales, 5 ώρες ακριβώς
3. για κάτι που φτάνει στον κάβο= άκρο, στα όρια του, απόλυτος, -η, -o
un cabal fracaso, μια απόλυτη αποτυχία
4. για κάτι τέλειο, ολοκληρωμένος, -η, -o, es un jugador cabal,
είναι ένας παίκτης ολοκληρωμένος
cabales 1. α πλ, εκφ, no estar en sus cabales, δεν είναι στα καλά (κεφάλι) του,
δεν έχει σώας τας φρένας
cabalmente 1. επρ, εντελώς
2. ακριβώς στα όρια
cabe 1. πρθ, πλησίον σε κάτι, σαν κάβος= άκρη, cabe la casa, πλησίον του σπιτιού
descabal πρχ ξε-κεφάλωτο, δεν-έχει κεφαλαίωση= πληρότητα
1. ε, αν-ολοκλήρωτος, -η, -ο, ελλιπής, -ής, -ές
2. αν-ακριβές, -ής, -ές
descabalado, da πρχ ξε-κεφαλισμένο= όχι πλήρες
1. ε, ελλιπής, -ής, -ές, αν-ολοκλήρωτος, -η, -ο
2. παράταιρος, -η, -ο
descabalar πρχ ξε-κεφαλαιώνω κάτι, το αφαιρώ από την πληρότητα του
1. ρμ, ραντ, μτφ, απο-κεφαλίζω κάτι, αφαιρώ ένα μέρος του,
la pata de la silla se descabaló, το πόδι της καρέκλας ξε-κεφαλίστηκε= έσπασε
descabalamiento 1. α, πρχ ξε-κεφαλαίωμα= απώλεια, χάσιμο πληρότητας, αρτιότητας
acabar πρχ κεφαλαιώνω κάτι= το τελειώνω
ή σαν κάβος= άκρο σε κάτι, το φτάνω στα όρια του
1. ρμ, τελειώνω κάτι, he acabado la obra, έχω τελειώσει το έργο
Yo acabo mis clases en junio, Τελειώνω τα μαθήματά μου τον Ιούνιο
2. τελειώνω ένα υλικό, την ποσότητα του, καταναλώνω,
he acabado la cerveza, έχω τελειώσει την μπύρα
3. ρα, μτφ, τελειώνω κάποιον= σκοτώνω, acabo con él, τελειώνω με αυτόν
4. μτφ, κάποιος τελειώνει = πεθαίνει, κλείνει το κεφάλαιο του, Juan ha acabado,
ο Χουάν έχει τελειώσει
5. μτφ, φτάνω σε ένα σημείο, καταντώ, ¡voy a acabar pobre! θα καταντήσω φτωχός!
6. κάτι κεφαλίζει= τελειώνει σε, acabar en, la espada acaba en punta,
το σπαθί τελειώνει σε μύτη
7. για κάτι που τελείωσε πριν απο λίγο= μόλις, acabar de, acabo de llegar, μόλις έφτασα
8. acabar con, τελειώνω με κάτι, ¿has acabado con el alicate? έχεις τελειώσει με την πένσα;
9. τελειώνω με κάποιον= απαλλάσσομαι από, acabarán con él, θ’ απαλλαγούν απ’ αυτόν
10. μτφ, τελειώνω με μια κατάσταση, acabar con el racismo, τελειώνω με τον ρατσισμό
11. acabar por, τελειώνω με το, καταλήγω να κάνω κάτι
ha acabado por negarse, έχει καταλήξει με το να αρνηθεί
12. ραντ, τελειώνει κάτι, εξαντλείται για υλικό, κατάσταση,
se acaba el verano, τελειώνει το καλοκαίρι
se ha acabado el pan, τελείωσε το ψωμί
Voy a acabarme el café y luego nos vamos,
Θα τελειώσω τον καφέ μου και μετά θα φύγουμε
13. εκφ, ¡acabáramos! οικ κεφαλαιώσαμε= τώρα κατάλαβα
de nunca acabar, που ποτέ δεν τελειώνει, χωρίς τέλος,
es el cuento de nunca acabar, είναι μια ατέλειωτη ιστορία
acabable 1. ε, που έχει τέλος, μπορεί να γίνει, επιτεύξιμος, -η, -ο
acabado, da πρχ κεφαλαιωμένο
1. ε, τελειωμένος, -η, -ο, ολοκληρωμένος, -η, -ο, el trabajo está acabado,
η δουλειά είναι τελειωμένη
2. μτφ, τελειωμένος, -η, -ο, un jugador acabado, ένας παίκτης τελειωμένος
3. για πράγμα, φινιρισμένος, -η, -ο, με τελευταίο άγγιγμα
acabado 1. α, φινίρισμα, el acabado de un coche, το φινίρισμα ενός αυτοκινήτου
2. εκφ, estar acabado, είμαι τελειωμένος, ξοφλημένος
acabamiento πρχ κεφαλαίωμα
1. α, τελείωμα πράξης
2. ολοκλήρωση έργου
3. τε-τελείωμα, φινίρισμα, τελευταίο άγγιγμα
acabóse πρχ κεφαλαίωση
1. εκφ, ser el acabóse, μτφ, είναι το τέλος, δεν πάει άλλο,
¡Es el acabose! Voy a terminar con él de verdad esta vez,
Είναι το τέλος! Θα τελειώσω μαζί του στ’ αλήθεια αυτή τη φορά
sanseacabó 1. εκφ, πάει και τελείωσε! τελεία και παύλα!
he dicho que no ¡y sanseacabó! σου είπα όχι! πάει και τελείωσε!
menoscabar πρχ μειώνω το κεφάλαιο σε κάτι, κάποιον
1. ρμ, ελαττώνω, μειώνω κάτι, el director menoscaba nuestrο salario,
o διευθυντής μειώνει τον μισθό μας
2. μτφ, φθείρω κάτι, el niño ha menoscabado el sofá, το παιδί έχει φθείρει τον καναπέ
3. μτφ, μειώνω την τιμή, το κύρος σε κάποιον, θίγω, προσβάλλω,
esta acción me ha menoscabado, αυτή η πράξη με έχει προσβάλλει
4. μτφ, για κάτι που μειώνει = θίγει δικαιώματα, ενδιαφέροντα,
esta medida menoscaba nuestra libertad, αυτό το μέτρο θίγει την ελευθερία μας
menoscabo 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του menoscabar
2. εκφ, sin, en menoscabo de, εις μείωση = βάρος (κάποιου)
sufrir menoscabo, υποφέρω μείωση = υφίσταμαι μια καταστροφή ή βλάβη
menoscabador, ra 1. ε, μειωτικός, -ή, -ό
recabar 1. ρμ, πρχ περι-κεφαλαιώνω> μαζεύω, συλλέγω, συγκεντρώνω κάτι,
Los detectives no pudieron recabar más información sobre el sospechoso,
Οι αστυνομικοί δεν μπόρεσαν να συλλέξουν περισσότερες πληροφορίες για τον ύποπτο
2. μτφ, αιτούμαι κάτι, ζητώ, σαν να προ-κεφαλίζω> στήνω κεφάλι για κάτι,
El juez no tiene que recabar permiso para actuar,
Ο δικαστής δεν χρειάζεται να ζητήσει άδεια για να ενεργήσει
semiacabado, da πρχ ημι-κεφαλαιωμένο
1. ε, για προϊόν, ημιτελής, -ής, -ές, ακατέργαστος, -η, -o
2. για δουλειά, μισο-τελειωμένος, -η, -ο, ημιτελής, -ής, -ές
cabotaje 1. α, πρχ καβο-τάγημα= ακτοπλοΐα από κάβο σε κάβο
cabete 1. α, πρχ καβ-άκι= μεταλλική άκρη
cabillo 1. α, βοτ, καβ-άκι= μίσχος, κοτσάνι
cadete πρχ καβ-άκι = για άτομο νέο σε κάτι
1. α θ, στρ, εύελπις, δόκιμος σε σχολή
capataz 1. α, πρχ καπάτσος = κεφάλι για εργάτες, επιστάτης, -ια
capialzado 1. α, ατκ, πρχ κεφάλι-άλτη = αψίδα σαν χοάνι
capiscol 1. α, πρχ κεφάλι-σχολή= ψάλτης, σαν κεφάλι της σχολής
capiscolía 1. θ, η ιδιότητα του ψάλτη
caporal 1. α, κεφάλι εργατών, επιστάτης
2. στρ, δεκανέας
capitón 1. α, ζωλ, μαυράκι
capitoné 1. ε, καπιτονέ
2. α, μικρό φορτηγό μετακομίσεων με εσωτερικό καπιτονέ για έπιπλα
capitoste 1. α, υτμ, πρχ κεφαλο-στάτης= το μεγάλο κεφάλι
los capitostes del partido, οι μεγαλόσχημοι του κόμματος
cabeciblanco, ca 1. ε, λευκο-κέφαλος, -η, -o
cabizbajo, ja 1. ε, με κεφαλι-κάτω κάτω, με σκυμμένο το κεφάλι σκυφτός, -ή, -ό
caminaba cabizbajo, περπατούσε με σκυμμένο το κεφάλι
camuflar 1. ρμ, καμουφλάρω, παραλλάσσω, camufló el coche robado,
καμουφλάρισε το κλεμμένο αμάξι
2. ραντ, καμουφλάρομαι, el camaleón se camufla, o χαμαιλέοντας καμουφλάρεται
camuflaje 1. α, καμουφλάζ, παραλλαγή, ropa de camuflaje, στολή παραλλαγής
caddie, caddy 1. α θ, αθλ, κάντι για γκόλφ
capo 1. α, πρχ καπ> κεφάλι, μτφ, νονός, αρχιμαφιόζος, un capo de la droga,
ένας νονός των ναρκωτικών
descapotar 1. ρμ πρχ ξε-καποτάρω αμάξι, αφαιρώ την οροφή
ή ανοίγω την κουκούλα αυτοκινήτου
descapotable 1. ε, πρχ ξε-καποτο= καμπριολέ
caudillo πρχ καπντιγιο> > καουντιγιο> κεφαλή
1. α, αρχηγός στρατού, στρατηγός
2. εκφ, el Caudillo, o Καουδίγιο (o στρατηγός Φράνκο)
caudillaje, caudillismo 1. α, κεφαλ-ισμός= αρχηγία, ηγεσία
caudillista 1. ε, κεφαλ-ιστής= οπαδός κάποιου αρχηγού, ηγέτη
acaudillar 1. ρμ, είμαι κεφαλή σε κάτι, ηγούμαι, είμαι επικεφαλής
acaudillamiento 1. α, ηγεσία
chef 1. α, σεφ, αρχιμάγειρας, απο το τσεφ> κεφ-αλή
jefe, fa πρχ χ-εφε> κ-εφα-λή ή αφε-ντικό
1. α θ, αρχηγός σε φυλή
2. διευθυντής, -ια σε εργασία ¿quién es el jefe aquí? ποιος είναι o διευθυντής εδώ;
3. μάνατζερ σε εταιρία, προϊστάμενος, -η, el jefe me ha despedido,
ο προϊστάμενος με έχει απολύσει
4. αρχηγός
5. υπεύθυνος, -η τμήματος
6. μτφ, σαν προσφώνηση, αφεντικό, αρχηγός, jefe, pónganos dos cervezas,
αρχηγέ, βάλε μας δύο μπίρες
7. στρ, ανώτερος, -η αξιωματικός
8. σνθ, jefe de bomberos, de policía, αρχηγός πυροσβεστικού σώματος, αστυνομίας
jefe de comedor, μετρ ξενοδοχείου
jefe de compras, διευθυντής αγορών
jefe de estudios, διευθυντής σπουδών
jefe de familia, αρχηγός της οικογένειας
jefe de gobierno, πρωθυπουργός
jefe de prensa, διευθυντής Τύπου
jefe de producción, υπεύθυνος παραγωγής
jefe de redacción, διευθυντής σύνταξης
subjefe, fa 1. α θ, υπο-διευθυντής, -ια
jefatura
1. θ, αρχηγία, la jefatura de la organización, η θέση του αρχηγού της οργάνωσης
2. διεύθυνση
3. σνθ, jefatura del gobierno, αρχηγία, ηγεσία της κυβέρνησης
jefatura provincial de tráfico, νομαρχιακή διεύθυνση συγκοινωνιών
jefazo, za 1. α θ, οικ, μτφ κεφαλ-άρα= μεγάλο κεφάλι, μεγάλο αφεντικό
caudal πρχ κεφάλαιο> καουδαλ
1. α, μτφ, για κεφάλαιο νερού, ροή, río de poco caudal, ποτάμι μικρής ροής
2. για χρήματα, αγαθά, κεφάλαιο, περιουσία, un inmenso caudal, ένα τεράστιο κεφάλαιο
3. εκφ, un caudal de de información, μια ροή πληροφοριών
caudalímetro 1. α, ροό-μετρο
caudaloso, sa 1. ε, μτφ, κεφαλαι-ώδες= μεγάλης ροής, για ποτάμι, υγρό
2. για άτομο, κεφαλαιούχος= πλούσιος, -α, -o
acaudalado, da 1. ε, πάμ-πλουτος, -η, -o
acaudalar
1. ρμ, μαζεύω κεφάλαια, θησαυρίζω, πλουτίζω,
David tuvo una infancia pobre, pero después acaudaló una gran fortuna,
Ο Ντέιβιντ είχε φτωχικά παιδικά χρόνια, αλλά αργότερα μάζεψε μια μεγάλη περιουσία
2. μτφ, συσσωρεύω, μαζεύω κάτι, βιβλία, στοιχεία
acaudalador, ra 1. ε, α θ, κεφαλαιο-τής= μτφ που θησαυρίζει, θησαυριστής, -ια
bacalao 1. α, ζωλ, μπακαλιάρος, βακαλάος
2. μπακαλιάρος μαγειρευτός, αλίπαστος
3. σνθ, bacalao al pilpil, βασκική σπεσιαλιτέ αλίπαστου μπακαλιάρου με λάδι
και σκόρδο
4. εκφ, cortar, partir el bacalao, μτφ, κόβω το βακαλάο= κάνω κουμάντο
te conozco bacalao aunque vengas disfrazado, σε γνωρίζω βακαλάο αν κι έρχεσαι με φράκο = ξέρω τις προθέσεις κάποιου, ξέρω κάποιον απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη
bacalada 1. θ, μπακαλιάρος, βακαλάος αλίπαστος
bacaladera 1. θ, μτφ μπακαλιαδέρα= συσκευή χειροκίνητης καταγραφής στοιχείων πιστωτικής κάρτας
bacaladero, ra 1. ε, μπακαλιάρικος, -η, -ο
bacaladero 1. α, αλιευτικό μπακαλιάρου
bacaladilla 1. θ, ζωλ, πρχ τσι-μπλάκι , προσφυγάκι
alcaucil 1. α, πρχ σα-κεφάλι> αγριο-αγκινάρα
bíceps 1. α, ανα, δι-κέφαλος μυς, ποντίκι
2. σνθ, bíceps braquial, crural, femoral, δικέφαλος βραχιόνιος, μηριαίος, μηριαίος μυς
bicipital 1. ε, ανα, δικέφαλος, -η, -o (μυς)
bicípite 1. ε, ανα, δικέφαλος, -η, -o
tríceps 1. ε, α θ, τρικέφαλος, -η, -o, τρικέφαλος μυς
tricípite 1. ε, τρικέφαλος, -η, -o
decapitar 1. ρμ, αποκεφαλίζω άτομο, ζώο
decapitación 1. θ, αποκεφαλισμός
precipitar πρχ προ-κεφαλίζω κάτι = πάω, κινούμαι προς τα άκρα
1. ρμ, ρίχνω κάποιον ή κάτι από κάβο = άκρο, κρημνό, σαν κεφάλι, κάβο,
le han precipitado por un balcón, τον έχουν ρίξει από ένα μπαλκόνι
2. μτφ, προ-κεφαλίζω μια διαδικασία, βιάζομαι να κάνω κάτι, επισπεύδω,
su dimisión precipitó las elecciones, η παραίτηση του επιτάχυνε την προκήρυξη εκλογών
Juan no quería precipitar las cosas con su novia,
Ο Χουάν δεν ήθελε να βιάσει τα πράγματα, βιαστεί με την κοπέλα του
3. χημ, καθιζάνω
4. ραντ, βιάζομαι να κάνω κάτι, No te precipites en tu decisión,
Μην βιάζεσαι να πάρεις την απόφασή σου
5. ρίχνομαι προς κάποιον, ορμώ, El papá se precipitó sobre su hijo para protegerlo,
Ο πατέρας ρίχτηκε πάνω στον γιο του για να τον προστατεύσει
6. ρίχνομαι, γκρεμίζομαι από κάπου
precipitación 1. θ πράξη και αποτέλεσμα του precipitar
precipitoso, sa 1. ε, για μέρος, απόκρημνος, -η, -o
2. βιαστικός, -ή, -ó
precipitadamente 1. επρ, εσπευσμένα
precipitadero 1. α, πρχ προ-κάβο-τηριο= γκρεμός
precipitado, da 1. ε, εσπευσμένος, -η, -o, βιαστικός, -ή, -ó
precipitado 1. α, χημ, ίζημα
occipital 1. ε, α, ανα, πρχ προ-κεφαλής= ινιακός, -ή, -ó, ινιακός
occipitofrontal 1. ε, ανα, πρχ προ-κεφαλο-μετωπο= ινιο-μετωπιαίος, -α, -o
occipucio 1. α, ανα, πρχ προ-κεφαλής= ινίο
sincipital 1. ε, ανα, πρχ ανευ(πίσω)-κεφαλής= βρεγματικός, -ή, -ό
sincipucio 1. α, ανα, βρέγμα, μεσό-κρανο
cacique πρχ καθίκι= μτφ αρχηγός κακός
1. α, τοπικός αρχηγός
2. τύρρανος
3. αρχηγός ινδιάνικων φυλών
cacicada 1. θ, μτφ, συμπεριφορά ή απόφαση αυθαίρετη, κυρίως τοπικών αρχόντων
caciquil 1. ε, τυραννικός, -ή, -ικό
caciquismo πρχ καθικισμός= σαν καθίκι
1. α, αρχηγισμός
2. μτφ, αυθαίρετη εξουσία