BUSTO

BUSTO= ΠΡΧ ΜΠΟΥΣΤΟ ΓΥΝΑΙΚΑΣ, ΠΡΧ ΜΠΟΥΡΛΟΤΟ, ΗΧΜ ΜΠΟΥΣΤ ΚΑΥΣΗΣ, ΚΑΥΣΗ,

ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

brulote 1. α, ναυ, πρχ μπουρλότο= πλεούμενο για πυρπόληση, πυρπολικό

busto 1. α, ανα, κορμός

2. ανα, μπούστο γυναίκας

3. μτφ, γλυπτό ή ζωγραφιά κεφαλής και στήθους

bustier 1. α, κορσάζ

combustión 1. θ, πρχ συμ-μπουρλοτο ή ηχμ μπουστ καύσης= καύση

2. σνθ, combustión espontánea, αυτανάφλεξη

poscombustión, postcombustión 1. θ, μετα-καύση

precombustión 1. θ, αυτ, προ-ανάφλεξη, προ-καύση

combustible 1. ε, α, καύσιμος, -η, -o, καύσιμο

2. εκφ, repostar combustible, περι-ποστάρω> ανεφοδιάζομαι με καύσιμα

combustibilidad 1. θ, καυσιμότητα, αναφλεξιμότητα

incombustible 1. ε, άκαυστος, -η, -o

2. μτφ, για άτομο, α-κάματος, -η, -o, α-κούραστος, -η, -ο, α-καταπόνητος, -η, -ο

incombustibilidad 1. θ, άκαυστο

combustóleo 1. α, συμ-μπουστ-ελαιο= βαρύ πετρέλαιο, μαζούτ

comburente 1. ε, φσκ, οξειδωτικός, -η, -o

2. α, φσκ, οξειδωτικό

adusto, ta 1. ε, πρχ αντ-ουστο= αυστηρός, -ή, -ó, era adusta y no participaba en las bromas,

ήταν αυστηρή και δεν συμμετείχε στις πλάκες

2. μτφ, αυστηρός σε στυλ= λιτός, -ή, -ó, απέριττος, -η, -o, prosa adusta, πεζογραφία λιτή

3. μτφ, χωρίς βλάστηση, πρχ α-δαστο> αδάσωτος, -η, -ο> καμμένος, -η, -ο, ξηρός, -ή, -ό,

las laderas adustas por el incendio, οι καμένες πλαγιές από την πυρκαγιά

región adusta, περιοχή ξηρή

adustez 1. θ, αυστηρότητα ατόμου σε τρόπους ή όψη, σοβαρότητα, σκληρότητα, τραχύτητα

su adustez asustaba a los niños, η αυστηρότητα του τρόμαζε τα παιδιά

2. ξηρότητα έδαφος, adustez del terreno

adustamente 1. επρ, αυστηρά, αυστηρώς, σκληρά, μετρημένα, λιτά

busco 1. α, τχν, υπερυψωμένο κατώφλι σε υδατοφράχτη, νεροδεσιά, busco de esclusa

Scroll to Top