BUSCAR= ΠΡΧ ΜΠΑΣ-ΚΑΙ= ΨΑΧΝΩ, ΨΑΞΙΜΟ, ΕΡΕΥΝΑ, ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ,
ΠΡΧ ΒΟΣΚΩ> ΣΑΝ ΖΩΟ ΠΟΥ ΨΑΧΝΕΙ> ΨΑΧΝΩ, ΠΧ ΣΑΝ ΝΑ ΛΕΩ ΠΟΥ ΒΟΣΚΕΙΣ> ΤΙ ΨΑΧΝΕΙΣ
ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ
buscar πρχ μπας-και > σαν να ψάχνω
buscar 1. ρμ, ψάχνω να βρω, αναζητώ, estoy buscando las llaves, ψάχνω τα κλειδιά
buscaban un regalo original, αναζητούσαν ενα δώρο αυθεντικό
está buscando trabajo, ψάχνει για δουλειά
2. μτφ, ψάχνω κάτι, επιδιώκω, κυνηγώ, sólo busca el dinero, μόνο κυνηγά το χρήμα
buscó la anulación del proyecto, έψαχνε την ακύρωση του πρότζεκτ
3. ψάχνω για κάποιον για να τον παραλάβω, ή κάτι να το πάρω,
A las once, Rafel vendrá a buscarme, στις 11, ο Ραφαέλ θα έρθει να με παραλάβει
voy a buscar el periódico, πάω να πάρω την εφημερίδα
4. ψάχνω πληροφορίες για κάτι, ερευνώ
5. μτφ, την ψάχνω με κάποιον, ψάχνομαι, προκαλώ, siempre está buscando bronca, συνέχεια ψάχνει καυγά,
no me busques que acabarás mal, μην με προκαλείς γιατι θα καταλήξεις άσχημα
6. ραντ, μτφ, ψάχνομαι για προβλήματα, γυρεύω,
Si la han castigado, ella misma se lo buscó por comportarse mal,
Αν την έχουν τιμωρήσει, αυτή η ίδια το έψαξε με το να συμπεριφερθεί άσχημα
7. εκφ, buscarse la vida ή buscárselas, μτφ, την ψάχνω την δουλειά στην ζωή,
se buscó la vida y consiguió prosperar, την έψαξε στην ζωή του και κατάφερε να ευημερίσει
buscársela, να την ψάχνω με κάποιον, πάω γυρεύοντας,
¡déjame tranquila!, te la estás buscando, άσε με ήσυχη, την ψάχνεις την κατσάδα
busca 1. θ, ψάξιμο, αναζήτηση, έρευνα, Estamos a la busca de nuevas oportunidades de negocio,
Είμαστε σε αναζήτηση νέων επιχειρηματικών ευκαιριών
2. σε κυνήγι, παγανιά
3. μτφ, έξτρα μεροκάματο
4. σνθ, busca y captura, ένταλμα σύλληψης
5. σνθ, can de busca, perro de busca. σκύλος κυνηγιού
búsqueda 1. θ, ψάξιμο, αναζήτηση, έρευνα,
dedicó su vida a la búsqueda de una vacuna para el cólera,
αφιέρωσε την ζωή του στην αναζήτηση, έρευνα για ένα εμβόλιο για την χολέρα
buscón, ona 1. ε, α θ, που ψάχνει, ψακτικός, -ή,-ό, αναζητητικός, -ή, -ό, ερευνητικός, -ή, -ό
2. μτφ, ψάχνων θύματα, ευκαιρίες για να ωφεληθεί, άτιμος, -η, -o, λαμόγιο, απατεώνας, -ισσα, τυχοδιώκτης, -ια,
El fraude fue cometido por un empleado buscón, Η απάτη διαπράχθηκε από έναν απατεώνα υπάλληλο
buscón 1. α, μτφ, ψάχνων για κλοπές, απατεωνιές, απατεώνας, -ισσα, Ese hombre es un buscón, siempre inventa excusas para sacar dinero,
Αυτός ο άνθρωπος είναι απατεώνας, συνεχώς επινοεί δικαιολογίες για να βγάλει λεφτά
buscona 1. θ, πόρνη, που ψάχνει πελάτες, se pintaba de modo que parecía una buscona,
βαφόταν με τρόπο που έμοιαζε μια πόρνη
2. απατεώνισσα, αγύρτισσα
buscador, ra 1. ε, α θ, που ψάχνει, ψακτικός, -ή,-ό, αναζητητικός, -ή, -ό, ερευνητικός, -ή, -ό, ερευνητής, -ια, αναζητητής, -ια, συλλέκτης, -ια, los buscadores de oro,
οι αναζητητές χρυσού, χρυσο-θήρες
buscador 1. α, πλφ, ψακτήρι, μηχανή αναζήτησης, ψαξίματος
buscador de Internet, μηχανή αναζήτησης ιντερνετ
buscapersonas, busca 1. α, πρχ ψάχνει-πρόσωπα= βομβητής, μπίπερ,
tengo estropeado el buscapersonas, έχω χαλασμένο τον βομβητή
buscapié πρχ ψάχνει-πόδι
1. α, μτφ, υπαινιγμός, σπόντα
2. μτφ, κροτίδα
buscapiés 1. α, κροτίδα, Mi abuela y su perro les tienen terror a los buscapiés,
Η γιαγιά μου και ο σκύλος της φοβούνται τα πυροτεχνήματα
buscarruidos 1. ε, α θ, πρχ ψάχνει-θορύβους, θορυβώδης, -ης, -ες, καβγατζής, -ού
2. α, μτφ, άκατος που ψάχνει
buscavidas 1. α θ, πρχ που την ψάχνει στην ζωή= καπάτσος, -α
2. που ψάχνει ζωές άλλων= πονηρός, -ή
3. περίεργος, -η
rebuscar πρχ περι-ψάχνω
1. ρμ, ρα, περιψάχνω, καταψάχνω, ψάχνω έντονα, ερευνώ, αναζητώ,
he rebuscado por todos los cajones y no lo encuentro,
έχω καταψάξει σε όλα τα συρτάρια και δεν το βρίσκω
2. ψαχουλεύω, no me gusta que rebusques entre mis papeles,
δεν μου αρέσει να ψαχουλεύεις στα χαρτιά μου
3. σταχυολογώ δημητριακά
4. μτφ, τσιμπολογώ σε αμπέλι
rebusca πρχ περι-ψάξιμο
1. θ, ψάξιμο, έρευνα, αναζήτηση
2. ψαχούλεμα
3. τσιμπολόγημα σταφυλιού
4. σταχυολόγημα σε δημητριακά
5. μτφ, απόρριμμα, απομεινάρι από κάτι, σαν να το ψάχνω
rebuscamiento 1. α, περι-ψάξιμο, εκζήτηση, αναζήτηση, ψαχούλεμα
2. εξεζητημένη χρήση σε γλώσσα, προσποίηση, επιτήδευση
rebuscado, da 1. ε, περι-ψαγμένο, εξεζητημένος, -η, -o, frase rebuscada,
φράση εξεζητημένη
2. περίπλοκος, -η, -ο, es una historia demasiado rebuscada,
είναι μια ιστορία περίπλοκη
rebuscador, ra 1. e, α θ, που περιψάχνει, αναζητητικός, -ή, -ό, αναζητητής, -ια, ψαχουλευτικός, -ή, -ό, ψαχουλιάρης, -α
rebusco 1. α, ψάξιμο έντονο, έρευνα, ψαχούλεμα
2. τσιμπολόγημα σταφυλιού
3. σταχυολόγημα δημητριακών
4. μτφ, απομεινάρι