BURRO

BURRO= ΠΡΧ ΒΑΡΟΣ Ή ΒΑΡΙΕΜΑΙ ΣΑΝ ΓΑΙΔΟΥΡΙ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ

burro πρχ βαριέμαι= γαιδούρι που πάει αργά, βαρετά

1. α, γαϊδούρι, es un burro, είναι ενα γαιδούρι

2. μακριά γαϊδούρα (παιχνίδι)

3. μτφ, υποστήριγμα, πλαίσιο για κουβάλημα

4. μτφ, οικ, ηρωίνη, επειδή πας σαν γαιδούρι με την χρήση της

burrotaxi, burro-taxi 1. α, γαϊδούρια για μεταφορά τουριστών στα αξιοθέατα

burrito 1. α, γαϊδουράκι

burro, rra 1. ε, α θ, για άτομο, μτφ, γαιδούρι σε μυαλό, βλάκας, χαζός, -ή, -ó,

hay que ser burro para no aprobar ese examen,

πρέπει να είσαι χαζός για να μην περάσεις αυτό το τεστ

2. μτφ, άξεστος, -η, -ο, σκληρός, -ή, -ó, cierra la puerta con cuidado, no seas burro,

κλείσε την πόρτα με προσοχή, μην είσαι άξεστος

3. μτφ, πεισματάρης, -α, -ικο, no te pongas burro y cede un poco,

μην γίνεσαι πεισματάρης και υποχώρησε λίγο

4. σνθ, burro cargado de letras, δοκησίσοφος

burro de carga, δουλευταράς,

burro semental, όνος επιβήτορας

5. εκφ, a burro muerto, cebada al rabo, σε γαιδούρι νεκρό, τάιζε την ουρά=

va σε κάψω Γιάννη να σ’ αλείψω μέλι, ενεργώ κατόπιν εορτής

apear, hacer caer del burro, de su burra a alguien, κάνω να πέσει απο την γαιδούρα=

πείθω κάποιον να αναγνωρίσει το λάθος του

apearse, bajarse, caerse del burro, de su burra, αναγνωρίζω, παραδέχομαι το λάθος μου, μεταπείθομαι, no quería bajarse del burro, δεν ήθελε να παραδεχθεί το λάθος του

en burro, καβάλα

hacer el burro, κάνω βλακείες, si sigues haciendes el burro, acabarás herido,

αν συνεχίσεις να κάνεις βλακείες, στο τέλος θα πληγωθείς

no ver tres en un burro, δε βλέπω 3 σε γάιδαρο> την τύφλα μου

trabajar como un burro, δουλεύω σαν γαιδούρι

emborricarse 1. ραντ, οικ, μτφ, πρχ γίνομαι σαν γαιδούρι= σαστίζω, δεν ξέρω τι να κάνω,

se emborricó con el golpe y el susto, σάστισε με το χτύπημα και την τρομάρα

2. μτφ, δαγκώνω τη λαμαρίνα, είμαι τσιμπημένος, -η, σαν χαζός= γαιδούρι

burrada 1. θ, βλακεία σαν πράξη ή λόγια, ηλιθιότητα, ανοησία,

no hagas más burradas en la carretera, μην κάνεις άλλες βλακείες στον δρόμο,

ha hecho una burrada vendiendo el coche, έκανε βλακεία που πούλησε το αμάξι

no digas burradas, μην λες ανοησίες

2. εκφ, la, una burrada de, οικ, μτφ, ένα σωρό απο, σαν φορτίο γαιδουριού,

cobran una burrada, εισπράττουν, βγάζουν ένα σωρό λεφτά

se quemaron una burrada de árboles, καήκαν ενα σωρό δέντρα

borrico 1. α, μτφ, τρίποδο, καβαλέτο μαραγκού, σαν γαιδούρι

2. ζωλ, γατόψαρο

borrico, ca 1. ε, μτφ, για άτομο, αγενής, -ής, -ές, ανάγωγος, -η, -ο, γάιδαρος, γαϊδούρι

¡no seas borrico! μη γίνεσαι αγενής!

2. α, γάιδαρος, montado en un borrico, ανεβασμένος σε ένα γάιδαρο

3. μτφ, πεισματάρικο άτομο, no tiene solución, es un borrico,

δεν μπορείς να τα βγάλεις πέρα μαζί του, έχει γαϊδουρινό πείσμα

4. εκφ, ser un borrico, οικ, μτφ, είναι γαιδούρι στην δουλειά, αντέχει

borricada 1. θ, κοπάδι γαϊδάρων, nos cruzó una borricada,

πέρασε από μπροστά μας ένα κοπάδι γαϊδάρων

2. μτφ, ανοησία, no deja de soltar borricadas, πετάει όλο ανοησίες

borrical 1. ε, γαϊδουρινός, -ή, -ο, γαϊδουρήσιος, -α, -ο

borriquero, ra 1. ε, γαϊδουρήσιος, -α, -o, γαϊδουρινός, -ή, -ó,

aparejos borriqueros, χάμουρα, σαγή του γαϊδάρου

2. α, γαϊδουρο-λάτης, ονηλάτης, se ganó la vida haciendo de borriquero,

κέρδιζε τα προς το ζην ως ονηλάτης

borriqueta 1. θ, ονηλασία

borriquete 1. α, μτφ, καβαλέτο

borriquito, borriquillo 1. α, γαϊδαράκι

aburrarse 1. ραντ, γίνομαι χαζός σαν γαιδούρι

aburrado, da 1. ε, άξεστος, -η, -o σε τρόπους

2. ανόητος, -η, -o

atascaburras 1. α, τυπικό πιάτο της Μάντσας με μπακαλιάρο, πουρέ πατάτας, λάδι και σκόρδο

burrillo 1. α, θρη, λειτουργικό, εκκλησιαστικό ημερολόγιο, επειδή πάει με υπομονή όλη την χρονιά

Scroll to Top