BUITRE= ΠΡΧ ΒΟΥΤΑΩ> ΓΥΠΑΣ ΠΟΥ ΒΟΥΤΑΕΙ ΚΑΤΙ, ΠΡΧ ΒΟΛΙ-ΤΡΟΝ> ΚΙΟΥΡΤΟΣ,
ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
buitre 1. α, ορν, γύπας
2. μτφ, για άτομο που περιμένει να βουτήξει σαν γύπας, αρπακτικό, κοράκι, όρνεο,
esperaron como buitres la herencia de su tía,
περίμεναν σαν όρνεα την κληρονομιά της θείας τους
3. σνθ, buitre leonado, που βουτά σα λιοντάρι= όρνεο
buitre negro, franciscano, monje, μαυρό-γυπας
buitrera 1. θ, αετοφωλιά
2. μέρος που τοποθετείται το δόλωμα για όρνεα
buitrero 1. α, κυνηγός αρπακτικών
buitrón 1. α, ορν, κιστικόλη
2. μτφ, πρχ βολι-τρον> βολκός, νταούλι, κιούρτος για ψάρεμα
3. δίχτυ αθί-βολος
4. μτφ, παγίδα κυνηγιού
5. μτφ, καμινάδα
buitrear 1. ρμ, πρχ βουτάω από άλλους= κάνω τράκα, buitrea tabaco a sus amigos,
κάνει τράκα τσιγάρα από τους φίλους του
butrón 1. α, οικ, τρύπα για βούτημα σε τοίχο, έδαφος, ριφιφί