BUFÉ

BUFÉ= ΠΡΧ ΜΠΟΥΦΕΣ ΕΠΙΠΛΟ, ΦΑΓΗΤΟ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

bufet, bufé 1. α, μπουφές φαγητών, παράθεση ποικίλων εδεσμάτων,

se ofrecerá un buffet a los asistentes al congreso,

θα προσφερθεί μπουφές για τους παρευρισκόμενους στο συνέδριο

2. έπιπλο μπουφές, σκευοθήκη

3. σνθ, buffet frío, ποικιλία κρύων πιάτων

buffet libre, ελεύθερο μπουφέ

bufete 1. α, γραφείο έπιπλο, Compré un bufete antiguo de caoba para mi estudio,

Αγόρασα έναν μπουφέ από μαόνι αντίκα για τη μελέτη μου

2. μτφ, δικηγορικό γραφείο, Contratamos al mejor bufete de la ciudad para hacerse cargo del caso, Προσλάβαμε το καλύτερο δικηγορικό γραφείο της πόλης για να αναλάβει την υπόθεση

3. μτφ, πελατεία δικηγόρου

Scroll to Top