BUENO= ΠΡΧ ΚΙΝΤΕΡ ΜΠΟΥΕΝΟ> ΚΑΛΟ, ΠΡΧ ΒΟΥΕΝΟ> ΕΥ> ΚΑΛΟ, ΠΡΧ ΜΠΟΥΝΑΤΣΑ,
ΠΡΧ ΜΠΟΝΑΜΑΣ, ΡΙΖΑ ΒΟΝ> ΕΥ Ή ΜΠΟΝ-> ΚΑΛΟ, ΑΓΑΘΟ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
bonanza πρχ μπο(υ)νάτσα= καλός καιρός
1. θ, μπουνάτσα θάλασσας, καλοκαιρία, la bonanza del mar, η καλοκαιρία της θάλασσας
2. ήπιος καιρός, νηνεμία, απανεμιά
3. μτφ, ευημερία, después de la guerra llegaron tiempos de bonanza,
μετά από τον πόλεμο έφτασαν καιροί ευημερίας
4. ορυ, πλούσια φλέβα
5. εκφ, ir en bonanza, ναυ, πάω= πλέω, αρμενίζω σε ήρεμα, γαλήνια νερά,
vamos en bonanza, πάμε, αρμενίζουμε σε γαλήνια νερά
abonanzar 1. ρα, πρχ μπονατσάρω= καταλαγιάζω, ηρεμώ, για καταιγίδα, θάλασσα,
Fue una noche dura, pero, temprano en la mañana, la tormenta empezó a abonanzar,
Ήταν μια δύσκολη νύχτα, αλλά νωρίς το πρωί η καταιγίδα άρχισε να ηρεμεί
bonancible 1. ε, μπονατσάτος= γαλήνιος, -α, -o, ήπιος, -α, -ο, ήρεμος, -η, -ο,
tiempo bonancible, ήπιος καιρός
Con mar bonancible, llegaremos a la isla en solo un par de horas,
Με ήρεμη θάλασσα, θα φτάσουμε στο νησί σε λίγες μόνο ώρες
bombón πρχ μπον-μπον-ιερα= γλυκό μπομπονιέρα
1. α, σοκολατάκι, ζαχαρωτό, una caja de bombones, ένα κουτί σοκολατάκια
2. οικ, μτφ, για άτομο, μπου-μπουνιέρα= κουκλάρα, γλύκα, μπουμπού-κια,
este chico es un bombón, αυτός ο νεαρός είναι κούκλος! μπουμπούκι!
3. σνθ, bombones surtidos, ποικιλία ζαχαρωτών
bombón helado, παγωμένο σοκολατίνι
bombonera 1. θ, κουτί ή δοχείο για σοκολατάκια, ζαχαρωτά
2. μτφ, δωμάτιο, σπίτι σαν κουκλόσπιτο, μπομπονιέρα, πολύ χαριτωμένο,
se compró un pisito que es una bombonera,
αγόρασε ένα διαμερισματάκι που είναι (σαν) κουκλόσπιτο
bombonería πρχ μπομπον-ερί
1. θ, ζαχαροπλαστείο
2. βιοτεχνία ζαχαρωδών
bono πρχ μπονο> κου-πόνι = χαρτί, εισιτήριο για να μπαίνω κάπου
1. α, κάρτα απεριορίστων διαδρομών, πάσο,
el bono mensual del autobús, η μηνιαία κάρτα του λεωφορείου
bono de diez viajes, κάρτα για δέκα διαδρομές
2. κουπόνι, un bono de descuento, ένα εκπτωτικό κουπόνι
3. οκν, ομόλογο, χρεόγραφο
4. σνθ, bono alimenticio, κουπόνι διατροφής
bono restaurante, κουπόνι φαγητού εστιατορίου
bono al portador, οκν, τίτλος στον κομιστή
bono basura, οκν, επισφαλές ομόλογο υψηλής απόδοσης, ομόλογο υψηλού ρίσκου
bono convertible, οκν, μετατρέψιμη ομολογία, μετατρέψιμος χρεωστικός τίτλος
bono de ahorro, οκν, αποταμιευτικό ομόλογο
bono de caja, οκν, εμπράγματα ομόλογα μετρητών
bono del Estado, κρατικό ομόλογο
bono del Tesoro, έντοκο γραμμάτιο Δημοσίου
bonobús, bono-bus 1. α, κάρτα μετακίνησης στα ισπανικά λεωφορεία
bonometro 1. α, εισιτήριο μετακίνησης στο ισπανικό μετρά
bonotrén 1. α, εισιτήριο μετακίνησης με τραίνο
bonotel, bonhotel 1. α, κουπόνι παραμονής σε ξενοδοχείο
bonus-malus 1. α, επιβράβευση-τιμωρία, ποινή από ασφαλιστική έναντι του πελάτη
bonoloto 1. α, είδος εβδομαδιαίας λαχειοφόρου κληρώσεως
abono πρχ αμπονο > κ-ουπόνι ή μποναμάς> πληρωμή για κάτι
1. α, καταβολή ποσού για κάτι, πληρωμή, abono de una cuota, πληρωμή μιας εισφοράς
El abono puede efectuarse en efectivo o con tarjeta de crédito,
Η πληρωμή μπορεί να πραγματοποιηθεί με μετρητά ή με πιστωτική κάρτα
2. κουπόνι= συνδρομή, εισιτήριο διάρκειας για φεστιβάλ, τουρνουά, όπερα, θέατρο,
se sacó el abono para esta temporada de teatro,
έβγαλε εισιτήριο διάρκειας για τη φετινή θεατρική περίοδο
3. κουπόνι= εισιτήριο πολλαπλών διαδρομών, κάρτα, πάσο,
se compró un abono de diez viajes, αγόρασε ένα εισιτήριο δέκα διαδρομών
4. πρχ μπαίνω εγγυητής= ενέχυρο, εγγύηση για κάτι
5. πράξη και αποτέλεσμα του abonar
6. σνθ, abono de temporada, περιοδική συνδρομή
abono en cuenta corriente, κατάθεση σε τρεχούμενο λογαριασμό
abono mensual, για ΜΜΕ, μηνιαίο εισιτήριο, μηνιαία κάρτα
abonar πρχ αμποναρ> κ-ουπονάρω= βγάζω κουπόνι
1. ρμ, γράφω κάποιον συνδρομητή, σαν να βγάζω κουπόνι, lo aboné al periódico,
τον έγραψα συνδρομητή στο περιοδικό
2. ραντ, abonarse a, γράφομαι συνδρομητής σε περιοδικό, κανάλι, τηλεφωνική εταιρεία,
se abonó a un canal de pago, έκανε εγγραφή σε συνδρομητικό κανάλι
me he abonado a la ópera, πήρα κουπόνι συνδρομής για όπερα
3. μτφ, πρχ μπαίνει σε> συχνάζει σε κάτι, σαν να έχει κουπόνι,
se abona a todas las verbenas, μπαίνει > συχνάζει σε όλα τα πανηγύρια
abonado, da 1. α θ, συνδρομητής, -ια σε τηλέφωνο, γκάζι, περιοδικό,
a teléfono, gas, revista
desabonarse ραντ, πρχ δεν-μπαίνω συνδρομή ή δεν εχω κουπόνι συνδρομής=
διαγράφομαι από συνδρομητής, διακόπτω τη συνδρομή
abono πρχ λ-ιπαίνω> αμπονο> λίπασμα ή μπόνους για το χώμα
1. α, λίπασμα, echar abono al césped, ρίχνω λίπασμα στο χορτάρι
2. ρίψη λιπάσματος
3. σνθ, abono orgánico, οργανικό λίπασμα
abono químico, χημικό λίπασμα
abonos nitrogenados, αζωτούχα λιπάσματα
abonos naturales, φυσικά λιπάσματα
abonar 1. ρμ, πρχ λιπαίνω, ρίχνω λίπασμα, abonar la tierra, λιπαίνω, ρίχνω λίπασμα στη γη
abonado, da 1. ε, λιπασμένος, -η, -o
abonado 1. α, αγρ, λίπανση, υποκαπνισμός
abonadora 1. θ, αγρ, μηχάνημα διανομής λιπασμάτων
abonador 1. α, τρυπάνι βαρελά, abonador de tonelero
abonar 1. ρμ, πρχ δίνω ως καλό κάτι, σωστό, αληθινό, εγγυώμαι,
su autoridad en la materia abona sus palabras,
η αυθεντικότητα του στο υλικό εγγυάται τα λόγια του
2. στηρίζω την θέση κάποιου ή κάτι, experiencias que abonan las tesis del libro,
εμπειρίες που στηρίζουν τις θέσεις του βιβλίου
3. πρχ μπαίνω σαν εγγυητής για κάποιον
4. πρχ δίνω μποναμά για κάτι= πληρώνω, aboné 100 euros de impuestos,
πλήρωσα 100 ευρώ σε φόρους
abonado, da 1. ε, για απόδειξη, πληρωμένος, -η, -o
2. που μπαίνει σαν εγγύηση, εγγυητικός, -ή, -ό
abonador, ra 1. α θ, εγγυητής, -ια, es el abonador de su hijο,
είναι o εγγυητής του παιδιού του
abonable 1. ε, πληρωτέος, -έα, -έο
abonaré 1. α, εμπ, πρχ μποναμάς ή κ-ουπόνι= γραμμάτιο σε διαταγή
bonificar πρχ μπόνους-φιάχνω> δίνω μπόνους
1. ρμ, δίνω μπόνους ή αυξάνω μισθό, me bonificaron por aumentar las ventas,
μου έδωσαν μπόνους γιατί αύξησα τις πωλήσεις
2. πρχ δίνω κ-ουπονι= παρέχω έκπτωση, con este cupón te bonifican con 20 euros,
με αυτό το κουπόνι σου κάνουν 20 ευρώ έκπτωση
3. αθλ, σε ποδηλασία, μπόνους> πριμο-δοτώ με χρόνο,
Ιο bonificaron con 5 segundos por ganar la etapa,
τον πριμοδότησαν με 10 δευτερόλεπτα επειδή κέρδισε το ετάπ
bonificación
1. θ, μπόνους, έξτρα, πρόσθετη αμοιβή,
me pagan una bonificación por trabajar el domingo,
μου δίνουν έξτρα αμοιβή επειδή δουλεύω την Κυριακή
2. κουπόνι σαν έκπτωση, μείωση, τιμής, φορο-απαλλαγή,
las bonificaciones fiscales, οι φοροαπαλλαγές
3. αθλ, σε ποδηλασία, πριμοδότηση χρόνου
Buenos Aires 1. ονο, καλοί αέρηδες= Μπουένος Άιρες
bueno, na πρχ ευ> βου-ενο= καλό
1. ε, μπροστά από ουσιαστικά γίνεται buen
2. για ηθική, χαρακτήρα σε άτομο, καλός, -ή, -ó, καλοσυνάτος, -η, -o,
un hombre bueno, ένας καλός άνθρωπος
es más bueno que el pan, είναι πιο καλός κι απ’ το ψωμί= παιδί μάλαμα, χρυσός άνθρωπος una persona de buenos sentimientos, ένας άνθρωπος με καλά αισθήματα
3. για πράξη, una buena obra, μια καλή πράξη
4. με καλή ποιότητα για να κάνει κάτι, un buen empleado, ένας καλός υπάλληλος
unas buenas tijeras, μερικά καλά ψαλίδια
5. κατάλληλο για κάτι, es un buen color para metales, είναι καλό χρώμα για μέταλλα
6. με καλή υγεία, todavía no está bueno del todo, ακόμα δεν στέκει με καλή υγεία απ’ όλα
7. για ποσότητα καλή= αρκετός, -ή, -ό, ya tengo una buena cantidad,
πλέον έχω μια καλή ποσότητα
8. εκφ, ¡muy buenas! πολύ καλημέρα, καλησπέρα σου, σας
ponerse bueno, γίνομαι καλά σε υγεία, αναρρώνω
por las buenas, με το καλό, με τη θέλησή μου
por las buenas o por las malas, είτε σου αρέσει είτε όχι, θέλεις δε θέλεις
ή με το καλό ή με το ζόρι
lo que es bueno, αυτό που είναι καλό= την γλύκα σε κάτι, με την καλή ή αρνητική έννοια prueba esta comida y verás lo que es bueno, δοκίμασε αυτό το φαί και θα με θυμηθείς
se va a enterar de lo que es bueno, θα καταλάβει του τι εστί βερύκοκο
bueno 1. α, σε ταινίες, el bueno de la película, o καλός της ιστορίας
2. σε ιστορία, los buenos y los malos, οι καλοί και οι κακοί
3. για άτομο, καλόπαιδο, αγαθός, el bueno de José, το καλόπαιδο o Χοσέ
bueno 1. επρ, σε απαντήσεις, καλά, καλώς, εντάξει, ωραία,
bueno, enciende la tele, καλώς, άνοιξε την τηλεόραση
2. για να ξεκινήσω φράση, ωραία, bueno, yo ya me voy, ωραία, εγώ φεύγω τώρα
3. για να διορθώσω, κάνω αποσαφηνίσω κάτι, βέβαια, bueno, hay algunos errores,
βέβαια, υπάρχουν μερικά λάθη
bueno 1. επφ, καλώς= φτάνει, μέχρι εδώ
2. για να δείξω εκνευρισμό, τώρα, μάλιστα, i bueno, lo que faltaba!
τώρα, μάλιστα, αυτό μας έλειπε!
3. για έκπληξη, θαυμασμό, τι καλά, ¡bueno, qué alegría que vengas!
καλόοο, τι χαρά να έρθεις!
4. εκφ, ¡bueno está! για ανυπομονησία, ενόχληση, καλά, φτάνει τώρα! αρκετά!
¡pero bueno! μα επιτέλους!
bon vivant 1. α θ, πρχ ευ-βιώνων= μπον-βιβέρ, καλο-περασάκιας, καλοζωιστής
buenamente 1. επρ, καλώς> μέσα στα πλαίσια του δυνατού,
Vendré si buenamente puedo, θα έρθω αν καλώς> στο μέτρο του δυνατού μπορώ
hazlo como buenamente puedas, καν’ το όπως νομίζεις καλύτερα
2. καλώς θελούμενα= ηθελημένα, que se vayan a donde buenamente quieran,
να φύγουν και να πάνε όπου θέλουν, να πάνε στην ευχή του Θεού
buenazo, za 1. ε, α θ, για άτομο, καλός, -ή, -ó, καλό-καρδος, -η, -ο, καλο-συνάτος, -η, -ο
2. καλούλης= αγαθός, -ή, -ό, αφελής, -ής, -ές, απονήρευτος, -η, -ο
bonachón, ona 1. ε, α θ, πρχ μπονα-τσάτος = καλο-συνάτος, -η, -ο, καλο-κάγαθος, -η, -ο,
un hombre de aspecto bonachón, ένας άντρας με καλοσυνάτη όψη
2. α θ, καλός άνθρωπος, tu padre es un bonachón, o πατέρας σου είναι καλός άνθρωπος
bonachonería 1. θ, καλοσύνη
2. αγαθοσύνη, αφέλεια
bonico, ca 1. ε, πρχ μπάνικο = χαριτωμένος, -η, -o, συμπαθητικός, -ή, -ó
¡Qué gatito tan bonico! Τι χαριτωμένο γατάκι!
bonito, ta πρχ μπάνικος> καλλίγραμμος, με χάρη, ομορφιά
1. ε, για όψη σε άτομο, όμορφος, -η, -o, tu amiga es bastante bonita,
η αδελφή σου είναι αρκετά όμορφη
2. για ταινία, τραγούδι, película, canción, για αίσθηση που προκαλεί, καλός, -ή, -ό,
3. για ημέρα, ωραίος, -α, -ο, ¡qué día más bonito! τι ωραία μέρα!
4. για πράξη, ευγενικός, -ή, -ό, fue un detalle muy bonito,
ήταν μια πολύ ευγενική χειρονομία
5. για ποσότητα μπάνικη= σημαντικός, -ή, -ό, σεβαστός, -ή, -ó,
Recibió una bonita herencia, έλαβε μια σημαντική κληρονομιά
6. καλέ, -ή, -ό μου, κούκλε, κούκλα, ομορφούλη, ομορφούλα,
anda, bonito, trabaja un poco, άντε, καλέ μου, όμορφε, δούλεψε λιγάκι
bonita, ¿quieres salir conmigo? ομορφούλα, κούκλα, θες να βγεις μαζί μου;
7. ειρ, ωραίο, -α, ¡bonita respuesta me das! ωραία απάντηση μου δίνεις!
8. εκφ, ¡muy bonito! πολύ καλό= ειρ, συγχαρητήρια!, τι ωραία!, δεν ντρέπεσαι;,
¡le gritas y luego te vas! ¡muy bonito! της φωνάζεις και μετά φεύγεις! πολύ καλό!
¿te parece bonito? σου φαίνεται ωραίο; καμαρώνεις;
te parece bonito lo que has dicho? καμαρώνεις γι’ αυτό που είπες;
bonísimo, ma 1. ε, πρχ μπανίσιμος= κάλλιστος, -η, -ο, εξαιρετικός, -ή, -ό,
El pastel está bonísimo. Se nota que está recién hecho,
Το κέικ είναι εξαιρετικό. Φαίνεται ότι είναι μόλις φτιαγμένο
bonitamente 1. επρ, με μπάνικο χειρισμό= επιδέξια, έξυπνα,
se escapó de la prisión tan bonitamente, δραπέτευσε από τη φυλακή τόσο επιδέξια
rebonito, ta 1. ε, οικ, πρχ περι-μπάνικος= πάρα πολύ όμορφος, -η, -ο, παν-έμορφος, -η, -ο, πεντάμορφος, -η, -ο
bonito 1. α, ζωλ, πρχ πανάτο> σαν πανί= παλαμίδα, πηλαμύς
2. σνθ, bonito del Norte, λευκός τόννος
bonito en aceite, παλαμίδα σε λάδι
bonitero 1. α, αλιευτικό σκάφος τόνου και παλαμίδας, θυνναλιευτικό
bonitolera 1. θ, δόλωμα, συρτή για την αλιεία τόνου και παλαμίδας
bonitero, ra 1. ε, πρχ παλαμιδ-άρικος, -η, -ο, αναφερόμενος στο ψάρι παλαμίδα
enhorabuena 1. θ, πρχ εν-ώρα-καλή= συγχαρητήρια, mi más cordial enhorabuena,
τα θερμά μου συγχαρητήρια
2. εκφ, dar a alguien la enhorabuena por algo, συγχαίρω κάποιον για κάτι
estar de enhorabuena, βρίσκομαι σε καλή στιγμή
estamos de enhorabuena porque ha nacido el primer nieto,
βρισκόμαστε σε καλή ώρα> στιγμή γιατί έχει γεννηθεί ο πρώτος εγγονός
enhorabuena 1. επρ, ευτυχώς, enhorabuena lo dijiste, ευτυχώς το είπες
enhorabuena 1. επφ, συγχαρητήρια
2. επιτέλους
todabuena 1. θ, βοτ, πρχ όλη-καλή= υπερικό το ανδρόσαιμο
bondad 1. θ, καλοσύνη χαρακτήρα, ατόμου, la bondad del ser humano,
η καλοσύνη του ανθρώπου
2. πρχ μπονάτσα κλίματος= ηπιότητα, la bondad del clima, η ηπιότητα του κλίματος
3. αγαθοεργία, ha hecho muchas bondades, έχει πράξει πολλές αγαθοεργίες
4. θ πλ, πλεονέκτημα, ατού, las bondades de la nueva medida,
τα πλεονεκτήματα, ευεργεσίες του νέου μέτρου
5. προσόν του καλού, la bondad de este argumento es indiscutible,
η καλή ποιότητα αυτού του επιχειρήματος είναι άνευ συζήτησης
6. εκφ, tener la bondad de hacer algo, έχω την καλοσύνη να κάνω κάτι,
si tiene la bondad de ayudarme, αν έχετε την καλοσύνη να με βοηθήσετε
tuvo la bondad de escucharme, είχε την καλοσύνη να με ακούσει
bondadosamente 1. επρ, με καλοσύνη, καλοσυνάτα
bondadoso, sa 1. ε, για άτομο, καλός, -ή, -ό, καλοκάγαθος, -η, -ο,
mujer bondadosa, καλοσυνάτη γυναίκα
2. για χαρακτήρα, ευγενικός, -ή, -ó carácter bondadoso, ευγενικός χαρακτήρας
bien πρχ ευ> μπιεν=καλό
1. α, το καλό αφηρημένα, intento hacer el bien, pero no siempre lo consigo,
επιδιώκω να κάνω το καλό, αλλά δεν το καταφέρνω πάντα
hacer el bien, να κάνω το καλό
un hombre de bien, ένας άνθρωπος του καλού, έντιμος
2. πράγμα καλό, βολικό, por el bien de, για το καλό του
un bien para todos, ένα καλό για όλους
3. εκπ, καλά, καλώς, he sacado un bien en historia, πήρα καλώς στην Ιστορία
4. εκφ, el bien ajeno, το καλό των άλλων ή η ξένη περιουσία
devolver (el) bien por (el) mal, ανταποδίδω το καλό με κακό
por mi, tu, su κλπ propio bien, για το δικό μου, σου, του, της καλό
bienes 1. α πλ, τα ευ = αγαθά, υπάρχοντα, los bienes de la familia,
τα αγαθά, υπάρχοντα της οικογενείας
2. σνθ, bienes comunales, κοινοτικά αγαθά
bienes de capital, οκν, κεφαλαιουχικά αγαθά
bienes de consumo, καταναλωτικά αγαθά
bienes de equipo κεφαλαιουχικά αγαθά, εξοπλισμός
bienes de producción, οκν, κεφάλαια παραγωγής
bienes fungibles, οκν, αναλώσιμα αγαθά, εναλλάξιμα αγαθά
bienes gananciales, αποκτήματα εξ αγοράς ή δωρεάς
bienes inmateriales, άυλα αγαθά
bienes inmuebles ακίνητη, κτηματική περιουσία
bienes muebles κινητή περιουσία
bienes parafernales, νομ, ατομική περιουσία της γυναίκας μετά το γάμο, εξώ-προικα
bienes públicos, δημόσια αγαθά
bienes raíces, ακίνητη, κτηματική περιουσία
bienes sitios ακίνητη, κτηματική περιουσία
bienes terrenales, εγκόσμια αγαθά
bien 1. ε, καλός, -ύ, -ό, με καλή θέση κοινωνική, una persona bien
ένα πρόσωπο καλής θέσης κοινωνικά
gente bien, καλός κόσμος, καθώς πρέπει άνθρωποι
bien 1. επρ, για πράξη, γεγονός που γίνεται όπως πρέπει, με σωστό τρόπο, καλά
Juan se comporta siempre bien, ο Χουάν φέρεται πάντα καλά
conoce bien el tema, γνωρίζει καλά το θέμα
2. για κάτι που γίνεται με σωστό επίπεδο, καλά, σωστά,
habla inglés bien, μιλάει καλά αγγλικά
3. για να εκφράσω αξιολόγηση θετική, καλά, Pedro me cayó muy bien,
ο Πέτρος μου έκατσε καλά
4. για να δώσω έμφαση, καλά, quiero el filete bien hecho, θέλω το φιλέτο καλο-ψημένο
5. για να συμφωνήσω σε κάτι, καλώς, εντάξει, – ¿nos vamos? – bien – πάμε; – εντάξει
6. κάνω κάτι με καλή διάθεση, καλώς, ευχαρίστως, yo bien lo haría, pero no puedο,
εγώ θα το έκανα ευχαρίστως, αλλά δεν μπορώ
7. για διαμαρτυρία, όμως, κάλλιστα, ¡bien podría venir!
κάλλιστα θα μπορούσε να έρθει!
8. καλά σε υγεία, hoy no me encuentro bien, σήμερα δεν αισθάνομαι καλά
9. ευ= πολύ, πριν από επίθετο, επίρρημα,
bien temprano, πολύ νωρίς,
bien rico, πολύ πλούσιος
10. εκφ, bien está lo que bien acaba, τέλος καλό, όλα καλά
¡está bien! στέκει καλώς= σύμφωνοι, εντάξει ή φτάνει, αρκετά
estar bien, για όψη, είμαι, φαίνομαι καλά ή για υγεία, είμαι καλά
ή για ποιότητα, είμαι καλός, estas máquinas están bien, αυτές οι συσκευές είναι καλές
ή για κατάσταση ψυχική, είμαι καλά, νιώθω άνετα, !estoy bien en casa¡
είμαι καλά στο σπίτι!
estar bien con, είμαι καλά με, τα πάω καλά με
hacer bien en, κάνω καλά, έχω δίκιο, hiciste bien en no mudarte,
καλά έκανες και δεν μετακόμισες
mal que bien, έτσι ή αλλιώς, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο
más bien, μάλλον, no estoy contento, más bien sorprendido,
δεν είμαι ευχαριστημένος, είμαι μάλλον έκπληκτος
parecer bien, μου φαίνεται κάτι καλό, σωστό,
no me parece bien que grites, δε μου φαίνεται σωστό να φωνάζεις
¡pues (sí que) estamos bien! τώρα μάλιστα!
¡qué bien! τι ωραία!, τι καλά
ή ειρ, ωραία, καλά, ¡qué bien, ahora no quiere pagar! τέλεια, τώρα δεν θέλει να πληρώσει! quien bien te quiere te hará llorar, όποιος αγαπά, παιδεύει
salir bien, για όψη, βγαίνω καλά, ωραία, ¡qué bien sales en la foto!
τι ωραία έχεις βγει στη φωτογραφία!
ή για αποτέλεσμα, βγαίνω καλά, τα πηγαίνω καλά, el examen no salió muy bien,
δεν τα πήγα πολύ καλά στην εξέταση
venir bien, έρχεται καλά, βολεύω, εξυπηρετώ, no me viene bien salir esta noche,
δε με βολεύει καθόλου να βγω σήμερα το βράδυ
¡ya está bien! φτάνει!, αρκετά!
¡γ bien? λοιπόν; γ bien, ¿qué te ha parecido? λοιπόν, πώς σου φάνηκε;
ahora bien, τώρα καλώς= όμως, αλλά
bien 1. σνδ, bien… bien… είτε… είτε…
lo haré, bien de una manera, bien de otra,
θα το κάνω είτε με τον ένα τρόπο, είτε με τον άλλο
si bien, αν και, παρόλο που, si bien lo hice yo, la culpa es de él,
παρόλο που το έκανα εγώ, το φταίξιμο είναι δικό του
bien 1. επφ, ευ= καταπληκτικά, σούπερ, τέλεια, ¡muy bien! πολύ καλά!
¡bien hecho! πολύ καλά!, μπράβο!
2. για ενόχληση, νεύρα, καλααά, τώρα μάλιστα,
-se ha roto la jarra, – ¡bien, lo que nos faltaba!
-έσπασε η κανάτα, – τώρα μάλιστα, αυτό μας έλειπε!
parabién 1. α, πρχ περι-ευ> πολλά ευ= συγχαρητήρια
2. εκφ, darle el parabién a alguien, δίνω συγχαρητήρια σε κάποιον
requetebién 1. επρ, οικ, πρχ μπεργκετι= πάρα πολύ καλά
también 1. επρ, πρχ τόσο-ευ> το ίδιο καλά= και, επίσης,
yo también, κι εγώ,
también a mi me gusta, και εμένα μου αρέσει
si tú estás cansado, yo también, αν εσύ είσαι κουρασμένος, εγώ επίσης
2. επιπλέον, también trae un disco de regalo, επιπλέον φέρνει ένα δίσκο για δώρο
bello, lla πρχ μπι-μπέλα= όμορφη λαϊκά ή μπι-μπελό> ωραίο, όμορφο
1. ε, ευχάριστο στις αισθήσεις, ωραίος, -α, -ο, όμορφος, -η, -o,
una mujer bella, όμορφη γυναίκα
unos ojos bellos, ωραία μάτια
2. μπροστά από ουσιαστικό, πολύ καλός, -ή, -ό σε ποιότητα,
una bella persona, ένας καλός ή θαυμάσιος άνθρωπος
3. εκφ, por su bella cara, για τα ωραία του τα μάτια
belleza 1. θ, ομορφιά, κάλλος σε κάτι, la belleza de la puesta del Sol,
η ομορφιά ενός ηλιοβασιλέματος
la belleza de una mujer, η ομορφιά μιας γυναίκας
2. για άτομο, ζώο, πράγμα, σαν μπι-μπελό= κούκλος, κούκλα, καλλονή,
Lucía es una belleza, Η Λουσία είναι κούκλα,
ese caballo es una belleza, αυτό το άλογο είναι μια καλλονή
bellísimo, ma πρχ μπι-μπελάτο
1. ε, για όψη, παν-έμορφος, -η, -o, esa isla es bellísima, αυτό το νησί είναι πανέμορφο
2. για χαρακτήρα, εξαιρετικός, -ή, -ό, θαυμάσιος, -α, -o,
es una bellísima persona, είναι ένας εξαιρετικός, θαυμάσιος άνθρωπος
beldad 1. θ, ομορφιά σε γυναίκα
2. γυναίκα πολύ όμορφη, καλλονή
belladona 1. θ, μπελαντόνα
embellecer πρχ εμ> κάνω μπι-μπελό κάτι, κάποιον
1. ρμ, καλλωπίζω, ομορφαίνω, Las fuentes y los jardines embellecen la ciudad,
Τα σιντριβάνια και οι κήποι ομορφαίνουν την πόλη,
Mi mamá dice que la barba embellece a los hombres,
Η μαμά μου λέει ότι τα γένια ομορφαίνουν τους άντρες,
2. εξωραΐζω, A mi abuela le gusta embellecer sus historias con detalles vívidos,
Στην γιαγιά μου αρέσει να εξωραΐζει τις ιστορίες της με ζωντανές λεπτομέρειες
3. ραντ, καλλωπίζομαι, ομορφαίνω, Yo jamás me haría cirugía estética para embellecerme
Δεν θα έκανα ποτέ αισθητική επέμβαση για να ομορφύνω τον εαυτό μου
embellecimiento 1. α, καλλωπισμός
2. εξωραϊσμός, embellecimiento de la ciudad, o καλλωπισμός της πόλης
embellecedor, ra 1. ε, καλλωπιστικός, -ή, -ό,
tratamiento embellecedor, περιποίηση ομορφιάς
embellecedor 1. α, κάλυμμα, πλαίσιο σε έπιπλο, πόρτα
2. αυτ, επι-χρωμίωση
3. αυτ, κάλυμμα τροχού
bel canto 1. α, πρχ με μπιμπελό καντάδα= μπελκάντο
belcantismo 1. α, μσκ, η τέχνη του μπελκάντο
belcantista ε, σχετικός, -ή, -ό με το μπελκάντο
embelecar πρχ με λόγια μπι-μπελο> όμορφα ξεγελώ, παραμυθιάζω κάποιον
ή σαν να λέω μπελκαντο
1. ρμ, ξεγελώ με κολακείες, no creas que vas a embelecarme con tus halagos,
μην νομίζεις ότι θα με ξεγελάσεις με τις κολακείες σου
2. παραμυθιάζω, εξαπατώ με υποσχέσεις, la embelecó y aceptó invertir en su negocio,
την παραμύθιασε και δέχτηκε να επενδύσει στην επιχείρηση του
embelecamiento 1. α, ξεγέλασμα με κολακείες, κολακεία
2. παραμύθιασμα, εξαπάτηση
embelecador, ra 1. ε, α θ, γαλίφης, -α, ικο, κόλακας
2. παραμυθάς, που εξαπατά με υποσχέσεις
beato 1. α, θρη, πρχ βεατο> ευ-λαβητό = άτομο που πάει σε ναούς συχνά
beato, ta πρχ ευ-λαβητό
1. ε, α θ, μακάριος, -η, -ο, ευδαίμων, -ων, -ον
2. ευλαβής, -ής, -ές, ευσεβής, -ής, -ές, Mi abuelo es muy beato y va a misa todos los días,
Ο παππούς μου είναι πολύ ευσεβής και πηγαίνει στη λειτουργία κάθε μέρα
3. ψευδ-ευλαβής, -ής, -ές, φαρισαϊκός, -ή, -ó, θεούσος, -α, -ο,
Dana es muy beata y cerró los ojos durante la escena de sexo en la película,
Η Ντάνα είναι πολύ θεούσα και έκλεισε τα μάτια της στην σκηνή σεξ της ταινίας
4. α θ, ευλογημένος, -νη
beata 1. θ, θρη, πρχ ευ-λαβητή= μοναχή χωρίς όρκο, αχειροτόνητη καλόγρια
2. οικ, αρχ, πεσέτα
beaterío 1. α, θρη, μοναστήρι καλογριών
beatería 1. θ, πρχ ευ-λαβητ-αρια= ψευδ-ευλάβεια, φαρισαϊσμός
beatuco, ca 1. ε, πρχ ευ-λαβητάκος= ψευδ-ευλαβής, -ής, -ές, φαρισαϊκός, -ή, -ό
beatificar 1. ρμ, θρη, ευ-λαβητο-φιάχνω> ποιώ= οσιοποιώ, αγιοποιώ
La Iglesia lo beatificó, Η Εκκλησία τον αγιοποίησε
2. δίνω χαρά σε κάποιον
3. μακαρίζω κάτι κάνοντας το σεβαστό
beatificación 1. θ, οσιοποίηση, αγιοποίηση
beatíficamente 1. επρ, θρη, για όψη, ευλαβικά
2. γαλήνια, μακάρια
beatífico, ca 1. ε, θρη, για όψη, γαλήνιος, -α, -o, μακάριος, -α, -o,
una sonrisa beatifica, μακάριο χαμόγελο
2. που δίνει χαρά, μακάριος, -η, -o, ευδαίμων, -ων, -ον,
visión beatifica, θείο όραμα
beatitud 1. θ, θρη, μακαριότητα, ευδαιμονία
2. εκφ, Su Beatitud Μακαριότατος
Beatriz 1. ονο, Βεατρίκη
Benito 1. ονο, πρχ ευ-δεικτος= Βενέδικτος
2. εκφ, la orden de San Benito, το τάγμα του Αγίου Βενέδικτου
ensambenitar 1. ρμ, φοράω κάπα, το Σαμπενίτο, αφού πέρασε Δικαστήριο Ιεράς Εξέτασης