BUEY= ΠΡΧ ΒΟΥΣ> ΒΟΔΙ ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
buey πρχ βους= βόδι
1. α, βόδι
2. σνθ, buey de mar, ζωλ, πάγουρος
buey marino, ζωλ, μανάτος
3. εκφ, el buey suelto bien se lame, το βόδι λυτό καλώς γλείφεται =
μοναχός σου χόρευε και όσο θέλεις πήδα, τίποτε καλύτερο από την ελευθερία
habló el buey y dijo mu, μίλησε το βόδι και είπε μου= περίμενες τίποτα καλύτερο απ’ αυτόν;
con estos bueyes hay que arar, με αυτά τα βόδια πρέπει να οργώσω= πράττω με ό, τι έχω
revientabuey 1. α, βοτ, βούπλευρο
bueyecillo, bueyezuelo 1. α, πρχ βοδ-άκι, -ουλάκι= μοσχαράκι
boyada 1. θ, πρχ βοδ-άδα= κοπάδι βοδιών
boyera, boyeriza 1. θ, πρχ βοδό-μερο= βου-στάσιο
boyerizo, za 1. α θ, πρχ βοδ-άρης= βουκόλος, γελαδάρης, -ισσα
boyero, ra 1. α θ, πρχ βοδ-άρης= βουκόλος, γελαδάρης, -ισσα
boyero 1. α, ορν, πτηνό της Αργεντινής και Ουρουγουάης
Boyero 1. ονο, αστρ, Βοώτης
boyuno, na 1. ε, βοδ-ινός, -ή, -ó
bóvido 1. α, ζωλ, βοο-ειδές
2. εκφ, los bóvidos, τα βοοειδή και αιγοπροβάτα
bovino 1. α, ζωλ, βοδινό, βοο-ειδές, βόειο, αγελαδινό
2. εκφ, los bovinos, τα βοοειδή
boíl 1. α, βου-στάσιο
bistec, bisté πρχ βου-στικ
1. α, μπριζόλα μοσχαρίσια, φιλέτο, un bistec con patatas fritas,
μια μπριζόλα με τηγανητές πατάτες
un bistec poco, muy hecho, μια λίγο, πολύ ψημένη μπριζόλα
bou πρχ τεχνική ψαρέματος επειδή μάζευαν το δίχτυ σαν σχήμα σε κέρατα βοδιού
1. α, παραγάδι, los barcos practican el bou, οι βάρκες ρίχνουν παραγάδι
2. ναυ, βάρκα μηχανότρατα
boato 1. α, πρχ, βουητό για επίδειξη, φιγούρα απο κάποιον
Bucéfalo 1. ονο, Βουκεφάλας
búfalo, la 1. α θ, βουβάλι, -α
2. σνθ, búfalo de agua, ζωλ, νερο-βούβαλος
bufalino, na 1. ε, βουβαλο-ειδής, -ής, -ές
bucolismo 1. α, λγτ, τεχ, βου-κολισμός
bucólica 1. α, βουκολικό ποίημα
2. οικ, μτφ, φαί
bucólico, ca 1. ε, για ζωή στον κάμπο, βουκολικός, -ή, -ó, ποιμενικός, -ή, -ó
2. λγτ, βουκολικός, -ή, -ó
bucráneo 1. α, ατκ, βού-κρανο
buglosa 1. θ, βοτ, βοϊδό-γλωσσα
bugle 1. α, πρχ μτφ βοϊδό-γλωσσα = τρομπέτα, σάλπιγγα
bulimia 1. θ, βου-λιμία
bulímico, ca 1. ε, βουλιμικός, -ή, -ó trastorno bulimico, βουλιμική διαταραχή
2. α θ, λαίμαργος, -η
butano πρχ βου-τάνιο
1. βουτάνιο
2. χρώμα πορτοκαλί
3. ε, πορτοκαλί, unos pantalones butano, πορτοκαλί παντελόνι
butadieno 1. α, χημ, βουτα-διένιο
butanero 1. α, οικ, διανομέας βουτανίου, φιαλών υγραερίου
butanés, sa 1. ε,α θ, σχετικός, -ή, -ó με το Μπουτάν, κάτοικος Μπουτάν
butileno 1. α, χημ, βουτυ-λένιο
butirato 1. α, χημ, βουτυρικό άλας
butírico, ca 1. ε, χημ, βουτυρικός, -ή, -ó ácido butírico βουτυρικό οξύ
butirina 1. θ, χημ, βουτυρίνη
butirómetro 1. α, βουτυρό-μετρο
butiroso, sa 1. ε, βουτυρώδης, -ης, -ες
embostar 1. ρμ, αγρ, κοπρίζω, λιπαίνω, σαν να ρίχνω βούτυρο στο χώμα
Oxford 1. α, ύφασμα Οξφόρδης, όξφορντ
oxoniense 1. ε, οξφορδιανός, -ή, -ό