BRILLAR= ΠΡΧ ΜΠΡΙΓΙΑΝΤΙΝΗ> ΛΑΜΠΩ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
brillantina 1. θ, πρχ μπριγιαντίνη, la brillantina está pasada de moda,
η μπριγιαντίνη είναι εκτός μόδας
2. περκάλι, llevaba un vestido de brillantina, φορούσε ένα φόρεμα από περκάλι
brillo πρχ μπρι-για-ντίνη, μτθ λα-μπρό
1. α, φώς, λάμψη, που βγάζει ένα σώμα, πράγμα, ακτινοβολία, λαμπρότητα,
el brillo del cristal, η λάμψη του κρυστάλου
el brillo del sol, η λαμπρότητα του ήλιου
2. μτφ, λάμψη, el brillo de su sonrisa, η λάμψη του χαμόγελου του
el brillo de sus ojos, η λάμψη των ματιών της
el brillo de la fama le está cegando, η λάμψη της φήμης του των τυφλώνει
3. μτφ, αξία, esto no quita brillo a su hazaña,
αυτό δεν μειώνει την αξία του κατορθώματος του
4. αίγλη, λάμψη, el cantante sigue manteniendo el brillo de su voz,
ο τραγουδιστής συνεχίζει να διατηρεί την αίγλη της φωνής του
5. κοσμητικό λάμψης, γυαλιστικό, λιπ γκλος, brillo de labios
6. σνθ, brillo absoluto, απόλυτη λαμπρότητα
brillo de uñas, βερνίκι νυχιών
7. εκφ, sacarle brillo a algo, βγάζω λάμψη σε κάτι= γυαλίζω, λουστράρω παπούτσια
ή στιλβώνω μέταλλο, γυαλίζω
ή λουστράρω ξύλο, es un producto para sacar brillo a los muebles,
είναι ένα προϊόν που γυαλίζει τα έπιπλα
brillar 1. ρα, για σώμα, πράγμα που εκπέμπει, βγάζει λάμψη, λάμπω,
la Luna llena brillaba iluminando el jardín, η πανσέληνος έλαμπε φωτίζοντας τον κήπο
2. για μέταλλο, διαμάντι, λάμπω, γυαλίζω
3. μτφ, για συναίσθημα, λάμπω, ακτινοβολώ, la alegría brillaba en sus ojos,
τα μάτια της έλαμπαν από χαρά
4. για άτομο που λάμπει= υπερέχω λόγω ικανοτήτων, προσόντων, ξεχωρίζω, διακρίνομαι, διαπρέπω, fue el futbolista que más brilló en el partido,
ήταν o ποδοσφαιριστής που διακρίθηκε περισσότερο στον αγώνα
5. brillar por, λάμπω λόγω= ξεχωρίζω για, διακρίνομαι για,
brilla por su talento, ξεχωρίζει για το ταλέντο του
brillante 1. ε, για υλικό, σώμα, λαμπερός, -ή, -ό, αστραφτερός, -ή, -ό, γυαλιστερός, -ή, -ό, στιλπνός, -ή, -ó, una luz brillante, ένα λαμπερό φως,
zapatos brillantes, γυαλιστερά παπούτσια
2. μτφ, λαμπερός, -ή, -ό, αστραφτερός, -ή, -ό, ojos brillantes, λαμπερά μάτια
3. για προσόντα που λάμπουν= ξεχωριστός, -ή, -ό, tiene una inteligencia brillante,
έχει μια ξεχωριστή ιδιοφυία
4. για απόδοση που λάμπει= λαμπρός, -ή, -ó, θαυμάσιος, -α, -ο, εκπληκτικός, -ή, -ό,
el guitarrista estuvo brillante, o κιθαρίστας ήταν εκπληκτικός
tiene un futuro brillante, έχει ένα λαμπρό μέλλον
brillante 1. α, μπριγιάν, πέτρα πολύτιμη, διαμάντι
brillantez 1. θ, για υλικό, σώμα, λαμπρότητα, στιλπνότητα
2. μτφ, λάμψη σε άτομο
3. μτφ, μεγαλείο σε άτομο
4. μτφ, λαμπρότητα για γεγονός, la brillantez de una ceremonia,
η λαμπρότητα μιας τελετής
5. επιτυχία, διάκριση σαν λάμψη, terminó sus estudios con gran brillantez,
τελείωσε τις σπουδές του με μεγάλη διάκριση, διαπρέποντας.
brillantemente 1. επρ, λαμπρά, με λαμπρότητα.
abrillantar 1. ρμ, πρχ μπριγιαντάρω= γυαλίζω, λουστράρω πάτωμα, παπούτσια
2. λειαίνω, τρίβω μέταλλο
3. γυαλίζω, στιλβώνω πολύτιμο λίθο
abrillantamiento 1. α, γυάλισμα, λουστράρισμα πατώματος, παπουτσιού
2. λούστρο στίλβωσης
3. γυάλισμα, στίλβωση πολύτιμου λίθου
4. γυάλισμα, στίλβωση μετάλλου
abrillantado 1. α, γυάλισμα, λουστράρισμα
abrillantador 1. α, γυαλιστικό εργαλείο
2. γυαλιστικό, στιλβωτικό προϊόν
abrillantadora 1. θ, μηχανή στίλβωσης
pirueta 1. θ, πιρουέτα, κάνω περιστροφές σε μένα
piruetear 1. ρα, πιρουετάρω= κάνω πιρουέτες
pirueteo 1. α, εκτέλεση πιρουετών
pirula 1. θ, οικ, μτφ, πρχ πυρ-ουλα= καψώνι σε κάποιον, hacerle la pirula a alguien,
κάνω καψώνι σε κάποιον
2. οικ, μτφ, πρχ πιρουλα> πουλάκι= τσουτσού, τσουτσούνι
3. οικ, μτφ, παράβαση του Κ.Ο.Κ
(κυρίως αναστροφή με παραβίαση συνεχούς λευκής διαγράμμισης)
4. α, μτφ, χαπάκια ecstasy, αμφεταμίνης ή άλλης ναρκωτικής ουσίας
pirulo 1. α, μικρό γλειγιτζούρι
2. μτφ, σταμνί, κιούπι
piruleta 1. θ, πρχ περι-γλώττα= γλειφιτζούρι, στρογγυλό και επίπεδο
pirulí 1. α, γλειφιτζούρι
2. οικ, μτφ, πρχ πουλί= τσουτσού, τσουτσούνι
perinola 1. θ, μτφ, πρχ περι-βολα= παιχνίδι σβούρα
pirlitero 1. α, βοτ, λευκαγκαθιά, αγριοτριανταφυλλιά