BRIJÁN= ΠΡΧ ΜΠΡΙΓΙΑΝ-ΤΙΝΗ> ΜΤΦ ΣΑΝ ΛΑ-ΜΠΡΟΝ ΜΥΑΛΟ
Briján 1. ονο, Μπραιαν, πρχ λα-μπρόν, εκφ, saber más que Briján, ser más listo que Briján,
ξέρει παραπάνω κι απο τον λά-μπρον= είναι πονηρός σαν αλεπού,
este niño sabe más que Briján, αυτό το παιδί είναι πονηρό σαν αλεπού