BORDÓN

BORDÓN= ΠΡΧ ΒΟΥΡΔΟΥΛΑΣ, ΜΤΘ ΒΟΡ-ΔΟΝ> ΡΑΒ-ΔΙΝ> ΡΑΒΔΙ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

bordón πρχ βούρδουλας ή μτθ βορδον> ραβδί

1. α, μπαστούνι οδοιπόρου, ραβδί προσκυνητή, bordón de peregrino

se apoya en su bordón, στηρίζεται στο ραβδί του

2. μτφ, ραβδί σαν λέξη που στηρίζει τον λόγο, τετριμμένη, κοινότοπη φράση, κλισέ,

utilizas mucho bueno como bordón, χρησιμοποιείς πολύ (το) εντάξει σαν κλισέ

3. ποι, μτφ, πρχ μπορδον> ε-πωδον> επωδός

4. μσκ, μτφ, χοντρή χορδή έγχορδου μουσικού οργάνου

5. τυπ, παρόραμα

bordoncillo 1. α, επωδός, τροπάριο

bordonear 1. ρα, χτυπάω το ραβδί στο έδαφος,

El anciano bordoneaba el piso mientras caminaba,

Ο γέρος χτυπούσε το ραβδί του στο πάτωμα καθώς περπατούσε

2. μτφ, ραβδίζω= χτυπάω με το ραβδί το πάτωμα για να το εξετάσω

3. μτφ, γυρνάω με το ραβδί= τριγυρίζω άσκοπα, περιφέρομαι

4. πρχ β-ουρδίζω> γρατζουνίζω χορδές, παίζω άτεχνα κιθάρα

5. μτφ, για έντομο, πρχ κάνω βουμ-βουμ= βομβώ, ζουζουνίζω, un abejorro bordoneaba,

ένας μπούμπουρας ζουζούνιζε

bordoneo 1. α, γρατζούνισμα κιθάρας

bordonero, ra 1. α θ, πάει με το ραβδί= περιπλανώμενος, -η, -ο, αλήτης, -ισσα

bohordo 1. α, μικρό ακόντιο

2. βοτ, βλαστός φυτού

fabordón 1. α, μσκ, είδος μουσικής σύνθεσης

grill 1. α, γκριλ, σχάρα, sardinas, gambas al grill, σαρδέλες, γαρίδες στη σχάρα

grada 1. θ, φρέζα, επειδή κάνει σαν γκριλ το χώμα

gradar 1. ρμ, αγρ, πρχ γκριλ-αρω= φρεζάρω, σβαρνίζω

guirlache 1. α, είδος μαντολάτου

Scroll to Top