BORDΕ= ΠΡΧ ΜΠΟΡΝΤΟΥΡΑ> ΟΡΙΟ, ΓΡΑΜΜΗ, ΠΡΧ Β-ΟΡΔΕ> ΟΡΔΗ> ΓΡΑΜΜΗ, ΟΡΙΟ,
ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
bordura 1. θ, μπορντούρα στολισμού, una maceta rodeada de borduras,
μια γλάστρα περιτριγυρισμένη από μπορντούρες
2. ερλ, πλαίσιο
borde πρχ ορδή σαν γραμμή ή όριο σε κάτι, μπορντουρα= όριο, γραμμή
1. α, όριο, χείλος, άκρη αντικειμένου, el borde de la mesa, η άκρη του τραπεζιού,
el borde del vaso, το χείλος του ποτηριού,
Los astronautas caminaron por el borde del cráter,
Οι αστροναύτες περπάτησαν κατά μήκος της άκρης του κρατήρα
La barca está en el otro borde del río, Η βάρκα βρίσκεται στην άλλη άκρη του ποταμού
2. ναυ, μτφ, πλευρά πλοίου
3. σνθ, borde de ataque, αερ, χείλος προσβολής
borde de salida, αερ, χείλος εκφυγής
4. εκφ, estar al borde de, κυρ, μτφ, είμαι στο χείλος, στα όρια, στα πρόθυρα,
estar al borde de la depresión, είμαι στα πρόθυρα της κατάθλιψης
reborde πρχ περι-όριο σε κάτι
1. α, λεπτό περι-όριο σε κάτι, χείλος σε πλαίσιο, μαρκίζα, γείσο,
el marco de la foto tiene un reborde de plata,
το πλαίσιο της φώτο έχει ενα περι-όριο απο χρυσάφι
rebordear 1. ρμ, περιβάλλω, πλαισιώνω κάτι με όριο
bordear 1. ρμ, πρχ βάζω μπορντούρα σε ενα χώρο= πλαισιώνω, περιστοιχίζω,
las rosas bordean el jardín, τα τριαντάφυλλα περιστοιχίζουν τον κήπο
una hilera de árboles bordea el camino, μια δεντροστοιχία πλαισιώνει το δρόμο
2. προχωρώ παράλληλα, κατά μήκος σε όριο, πλαίσιο, πηγαίνω γύρω-γύρω,
la carretera bordea el monte, ο δρόμος πηγαίνει γύρω απο το βουνό
bordearon la costa, έπλευσαν παράλληλα με την ακτή
3. παρακάμπτω, σαν να πάω γύρω απο το όριο, bordear el cercado,
παρακάμπτω, πάω γύρω από το φράκτη
4. μτφ, αγγίζω, φτάνω την μπορντούρα> τα όρια σε κάτι, αγγίζω ξυστά, πλησιάζω πολύ, ζυγώνω, esto bordea la estupidez, αυτό αγγίζει τα όρια της βλακείας
για όριο ηλικίας, mi hermano bordea los 20 años,
o αδελφός μου πλησιάζει τα 20
5. ρα, ναυ, ταξιδεύω με μπορντάδα, διαγράφω πορεία ζιγκ-ζαγκ
bordillo 1. α, πρχ μπορντούρα= κράσπεδο πεζοδρομίου
bordo 1. α, ναυ, εξωτερικά πλευρικά τοιχώματα πλεούμενου, σαν μπορντούρα πλοίου,
es un barco con un bordo de 5 metros είναι ένα καράβι με 5 μέτρα πλευρικά τοιχώματα
2. ναυ, μπορντάδα, πορεία κόντρα στον άνεμο
3. εκφ, de alto bordo, μεγάλης χωρητικότητας, για πλοίο
ή μτφ, μεγάλης σημασίας, σπουδαιότητας, για πρόσωπα, πράγματα
subir a bordo, ανεβαίνω στο όριο= επιβιβάζομαι
virar de bordo, αλλάζω πορεία, κατεύθυνση
a bordo 1. εκφ, επί του σκάφους, επιβαίνοντας, un avión con 200 pasajeros a bordo,
ένα αεροπλάνο με 200 επιβαίνοντες,
bienvenidos a bordo, καλώς ήρθατε στο πλοίο, αεροπλάνο, πούλμαν, μέσο μεταφοράς
suban a bordo, επιβιβαστείτε
de a bordo, του πληρώματος, los hombres de a bordo oι άνδρες του πληρώματος
segundo de a bordo, δεύτερος του πλοίου= υποπλοίαρχος, 2ος καπετάνιος, υποδιοικητής
diario de a bordo, ημερολόγιο καταστρώματος
a bordo de 1. πρθ, επιβαίνοντας επί…, viajamos a bordo de un barco,
ταξιδεύουμε επιβαίνοντας σε πλοίο
sobordo 1. α, ναυ, απογραφή εκφόρτωσης
2. βιβλίο απογραφής εκφορτώσεων σε πλοίο
borda 1. θ, ναυ, κουπαστή
2. σνθ, motor fuera borda, εξωλέμβιος κινητήρας
3. εκφ, arrojar, echar, tirar por la borda, πετώ, ρίχνω από το πλοίο στη θάλασσα,
arrojaron el cadáver por la borda, έριξαν τον σκελετό από το πλοίο στη θάλασσα
ή μτφ, πετάω κάτι, χαραμίζω, no iba a tirar por la borda 10 años de matrimonio,
δεν θα χαράμιζε 10 χρόνια γάμου
bordada 1. θ, ναυ, μπορντάδα, πορεία κόντρα στον άνεμο
2. εκφ, dar bordadas, ταξιδεύω κόντρα στον άνεμο, διαγράφω πορεία ζιγκ-ζαγκ,
el velero iba dando bordadas, το ιστιοφόρο πήγαινε ζιγκ-ζαγκ
abordar πρχ πάω προς μπορντούρα> όριο> προς-ορδίζω
1. ρμ, ναυ, για πλοίο, πλευρίζω πλοίο, σαν να πάω προς όριο,
el yate ha abordado al pesquero, το γιώτ πλεύρισε το ψαράδικο
el yate abordó con un pesquero, το γιώτ πλεύρισε με το ψαράδικο
2. μτφ, προσεγγίζω υπόθεση, θέμα,
en la reunión del parlamento abordaron los problemas de la nación,
στην συνέλευση της βουλής προσέγγισαν τα προβλήματα του έθνους
3. πλησιάζω άτομο, los periodistas abordaron al modelo,
οι δημοσιογράφοι πλησίασαν το μοντέλο
4. ρμ, επιτίθεμαι σε πλοίο, πειρατεύω, los corsarios abordan un barco,
οι κουρσάροι πειρατεύουν ενα πλοίο
5. ρα, ναυ, για πλοίο, προσορμίζομαι, el buque abordó en el puerto,
το πλοίο πλησίασε, προσόρμισε το λιμάνι
abordo 1. α, ναυ, προσάραξη
2. πλεύρισμα πλοίου
abordaje 1. α, ναυ, προσάραξη
2. πλεύρισμα
3. εκφ, al abordaje, επίθεση σε πλοίο, πειράτευμα
abordable πρχ με όρια προσιτά
1. ε, για στόχο, προσιτός, -ή, -ό, εφικτός, -ή, -ό,
es un proyecto abordable, είναι ένα εφικτό σχέδιο
2. για άτομο, προσιτός, -ή, -ό, προσηνής, -ής, -ές, es un gerente abordable,
είναι ένας προσιτός διευθυντής
inabordable ε, 1. ε, για άτομο, απρόσιτος, -η, -o, δυσπρόσιτος, -η, -o
2. μτφ, για θέμα, υπόθεση, απρόσιτος, -η, -o, δυσπρόσιτος, -η, -o
babor 1. α, ναυ, αριστερή πλευρά πλοίου, por la banda de babor,
από την αριστερή πλευρά
a babor, προς αριστερά, ¡giren a babor! στρίψτε αριστερά!
¡barco a babor! σκάφος στα αριστερά!
desbordar πρχ ξε-ορδίζω= βγαίνω απο τα όρια
1. ρμ, ραντ, πλημμυρίζω, υπερεκχειλίζω για κοίτη, όχθη θάλασσας, ποταμού,
El arroyo desbordó su cauce e inundó varias casas cercanas,
Το ρέμα υπερεκχείλισε την κοίτη του και πλημμύρισε αρκετά κοντινά σπίτια,
la presa se desbordó por la lluvia, το φράγμα πλημμύρισε απο την βροχή
2. ξεχειλίζω για υγρό, el vaso se desbordó, το ποτήρι ξεχείλισε,
El agua desbordó el lavamanos y mojó todo el piso del baño,
Το νερό ξεχείλισε τον νεροχύτη και έβρεξε όλο το πάτωμα του μπάνιου
3. μτφ, ξεπερνώ, υπερβαίνω, Las ventas del producto desbordaron todas las expectativas,
Οι πωλήσεις του προϊόντος ξεπέρασαν κάθε προσδοκία
tanta demanda de pedidos nos desborda, τόση απαίτηση παραγγελιών μας ξεπερνά
está desbordado de trabajo, πνίγεται στη δουλειά
El alto número de víctimas del terremoto desbordó la capacidad del pequeño hospital local,
Ο μεγάλος αριθμός των θυμάτων του σεισμού ξεπέρασε τη χωρητικότητα του μικρού τοπικού νοσοκομείου
4. στρ, ξεπερνώ, σπάω, Los rebeldes desbordaron los puestos de control del ejército y tomaron el pueblo, Οι αντάρτες ξεπέρασαν τα σημεία ελέγχου του στρατού και κατέλαβαν την πόλη
5. desbordar de, ξεχειλίζω από, πλημμυρίζω από πολλά άτομα για μέρος, χώρο,
el estadio desborda de hinchas del equipo local,
Το γήπεδο ξεχειλίζει, είναι γεμάτο από οπαδούς των γηπεδούχων
6. ξεσπώ για συναίσθημα, la sala se desbordó en aplausos para el conferenciante,
η αίθουσα ξέσπασε σε χειροκροτήματα για τον ομιλητή
ή ξεχειλίζω, Los abuelos desbordaban alegría por el nacimiento de su nuevo nieto,
Οι παππούδες και γιαγιάδες ξεχείλιζαν χαρά απο την γέννηση του νέου εγγονού τους
ή βγαίνω απο τα συναισθηματικά όρια, παραφέρομαι, ξεφεύγω απο όρια,
La pasión de los hinchas del equipo se desbordó cuando ganaron el torneo,
Το πάθος των φιλάθλων της ομάδας ξέφυγε όταν κέρδισαν το τουρνουά
desbordamiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του desbordar o desbordarse,
ξεχείλισμα, el desbordamiento del Nilo, το ξεχείλισμα του Νείλου
2. μτφ, ξεπέρασμα ορίου, υπέρβαση,
el desbordamiento de trabajo le produjo una depresión
η υπέρβαση του φόρτου εργασίας του προκάλεσε μια κατάθλιψη
3. μτφ, ξέσπασμα συναισθήματος, πάθους, ξεχείλισμα, έκρηξη,
un desbordamiento de alegría, ένα ξέσπασμα χαράς,
el desbordamiento de su risa nos contagió a todos,
το υπερβολικό του γέλιου του μας κόλλησε όλους
Se produjo un desbordamiento de ira entre los manifestantes ante la violencia policial,
Υπήρξε μια έκρηξη οργής μεταξύ των διαδηλωτών για την αστυνομική βία
desbordante 1. ε, ξέχειλος, -η, -ο, παράφορος, -η, -α,
una alegría desbordante, μια παράφορη χαρά,
tiene una imaginación desbordante, έχει αχαλίνωτη φαντασία
estribor 1. α, ναυ, δεξιά πλευρά του σκάφους
2. εκφ, a estribor, ναυ, στα δεξιά της πλώρης
transbordar, trasbordar πρχ μετα-βαίνω σε άλλη μπορντούρα= μέσο μεταφοράς
1. ρμ, μετεβιβάζω άτομα, μεταφορτώνω, μεταφέρω σε άλλο όχημα υλικό,
Cuando llegó el otro camión, transbordaron la carga,
Όταν έφτασε το άλλο φορτηγό, μετέφεραν το φορτίο
Algunos pasajeros transbordaron a otra línea de metro,
Μερικοί επιβάτες μεταφέρθηκαν σε άλλη γραμμή του μετρό
2. ραντ, μετεβιβάζομαι, μεταφορτώνομαι, μεταφέρομαι σε άλλο όχημα,
Esta mercancía es peligrosa y no puede transbordarse sin supervisión,
Αυτό το φορτίο είναι επικίνδυνο και δεν μπορεί να μεταφορτωθεί χωρίς επίβλεψη
transbordo, trasbordo 1. α, μετεπιβίβαση, μεταφόρτωση, μεταφορά σε άλλο όχημα
2. ανταπόκριση γραμμής, πτήσης
3. εκφ, hacer transbordo, κάνω μετεπιβίβαση, αλλάζω γραμμή, έχω ανταπόκριση
transbordador, ra, trasbordador, ra 1. ε, μετεπιβιβαστικός, -ή, -ó
transbordador, trasbordador 1. α, καλωδιοκίνητος σιδηρόδρομος
2. ναυ, πορθμείο, φεριμπότ, σαν μετ-επιβιβαστήριο
3. αερ, διαστημικό λεωφορείο, επειδή μετεπιβιβάζει
4. σνθ, transbordador aéreo, τελεφερίκ
transbordador de ferrocarril, σιδηροδρομικό πορθμείο
transbordador espacial, διαστημικό λεωφορείο
transbordador funicular, τελεφερίκ
zaborda 1. θ, ναυ, πρχ πάω σε μπορντουρα> ακτή ή ζουμπάω σε ακτή= προσάραξη
zabordamiento 1. α, ναυ, προσάραξη
zabordar 1. ρα, ναυ, προσαράσσω
zabordo 1. α, ναυ, προσάραξη
berlanga 1. θ, είδος παιχνιδιού τράπουλας
brete πρχ σαν να λέμε αστα- πρχ βράστα> βρετε ή μπορντούρα> όριο
1. α, μτφ, δύσκολη θέση, μπλέξιμο, sus preguntas me pusieron en un brete,
οι ερωτήσεις του με έβαλαν σε δύσκολη θέση
2. εκφ, estar en un brete, βρίσκομαι σε δύσκολη θέση, έχω μπλεξίματα,
estoy en un brete, necesito dinero, βρίσκoμαι σε δύσκολη θέση, χρειάζομαι χρήματα
poner en un brete, βάζω, φέρνω σε δύσκολη θέση