BOÑIGA= ΠΡΧ ΣΒΟΥΝΙΑ, ΜΤΘ ΜΠΑΛΙΝΟ Ή ΜΠΟΥΝΙΑ> ΣΑΝ ΜΠΑΛΑ Ο ΛΟΥΚΟΥΜΑΣ,
ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
boñiga 1. θ, σβουνιά
boñigo 1. α, σβουνιά
emboñigar 1. ρμ, αγρ, ρίχνω σβουνιά= κοπρίζω
buñuelo 1. α, λουκουμάς, τηγανίτα
2. μτφ, προχειρότητα, τσαπατσουλιά, esta película es un buñuelo,
αυτή η ταινία είναι χάλια, πατάτα
3. σνθ, buñuelo de bacalao, τηγανίτα, κροκέτα βακαλάου
buñuelo de viento, λουκουμάς
buñolería 1. θ, λουκουματζίδικο