BRAGA

BRAGA= ΠΡΧ ΒΡΑΚΑ, ΒΡΑΚΙ, ΝΤΕΜΠΡΑΓΙΑΖ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

braga 1. θ, κιλότα γυναίκας, βρακί, quedar en bragas, μένω με το βρακί,

Las bragas y los sostenes están en oferta, Οι κιλότες και τα σουτιέν είναι σε προσφορά

2. βράκα

3. πάνα μωρού

4. μτφ, προστατευτικό λαιμού, siempre lleva una braga al conducir,

πάντοτε φοράει προστατευτικό λαιμού όταν οδηγάει

5. μτφ, σαν βρακί κάτι= μηδέν, για άτομο ανάξιο λόγου, esta peli es una braga,

αυτή η ταινία είναι ένα μηδέν

6. εκφ, estar hecho una braga, οικ, μτφ, είμαι σαν βράκα= είμαι ξεθεωμένος

bragas 1. θ πλ, φαρδιά περισκελίδα

2. εκφ, estar, quedarse en bragas, είμαι βρακί με βρακί= δεν έχω μία

pillar, coger en bragas, οικ, μτφ, πιάνω κάποιον με τα βρακιά= απροετοίμαστο,

la subida de intereses los pilló en bragas, η άνοδος των τόκων τους έπιασε απροετοίμαστους

bragado, da 1. ε, μτφ, με βρακιά που έχουν θάρρος= βρακάτος, -η, -ο> τολμηρός, -ή, -ό, άφοβος, -η, -ο, αποφασιστικός, -ή, -ó,

es una mujer bragada, είναι μια γυναίκα βρακάτη

2. μτφ, που θέλει να σε βάλει στο βρακί του= κακόβουλος, -η, -ο άτομο

es una mujer bragada, είναι μια γυναίκα κακόβουλη

3. για άλογο, βοοειδές με χρώμα στο βρακί> καβάλο διαφορετικό από το υπόλοιπο σώμα

potro bragado, πουλάρι δίχρωμο στο καβάλο

bragadura 1. θ, βρακούρα= καβάλος, καβάλο ατόμου, ζώου

2. καβάλος, καβάλο, παντελονιού

bragapañal 1. α, πάνα-βρακάκι

bragazas 1. α, οικ, μτφ, που τα κάνει στα βρακιά του= δειλός, κιοτής

braguero 1. α, βρακί για κήλη= κηλεπίδεσμος, ανάδεμα

bragueta 1. θ, το μπροστινό άνοιγμα του παντελονιού

braguetazo 1. α, οικ, μτφ, γάμος συμφερόντων

braguetón 1. α, ατκ, ενδιάμεσο τόξο

embrague 1. α, αυτ, πρχ εμπραγκε> ντ-εμπραγιάζ, συμπλέκτης

2. εκφ, pisar el embrague, πατάω συμπλέκτη

soltar el embrague, αφήνω το συμπλέκτη

patinarle a alguien el embrague, οικ, μτφ, του πατινάρει σε κάποιον το ντεμπραγιαζ=

πατινάρω στην μνήμη= δεν θυμάμαι κάτι

embragar 1. ρα, πατώ συμπλέκτη, ντεμπραγιάζ

desembragar 1. ρμ, ρα, αποσυμπλέκω

desembrague 1. α, αποσύμπλεξη

briol 1. α, ναυ, σχοινί συστολής ιστίου, στίγκος

Scroll to Top