BLUSA

BLUSA= ΠΡΧ ΜΠΛΟΥΖΑ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

blusa 1. θ, μπλούζα γυναικεία, Sin querer derramé café en mi blusa blanca,

Χωρίς να θέλω ή έριξα κατά λάθος καφέ στη λευκή μου μπλούζα

2. μπλούζα σχολική ή ποδιά

3. σνθ, blusa camisera, γυναικείο πουκάμισο

blusón 1. α, μπλουζάρα= πουκαμίσα, las personas obesas usan blusones con pantalones,

τα παχύσαρκα άτομα φοράνε πουκαμίσες με παντελόνια

2. φόρμα εργασίας

ablusado, da 1. ε, μτφ, για ρούχο σα μπλούζα= φουσκωτός, -ή, -ό, camisa ablusada,

πουκάμισο φουσκωτό

Scroll to Top