ΒΙZANCIO= ΠΡΧ ΒΥΖΑΝΤΙΟ, ΠΡΧ ΣΑ ΒΥΖΑ-ΝΤΙΝΟΣ> ΓΕΝΝΑΙΟΣ, ΑΝΔΡΕΙΟΣ,
ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
Bizancio 1. ονο, Βυζάντιο
bizantinismo 1. α, βυζαντινισμός
bizantino, na 1. ε, κυρ, μτφ, βυζαντινός, -ή, -ó
2. α θ, Βυζαντινός, Βυζαντινή
besante 1. α, βυζάντιον
2. ερλ, βυζάντιον
bezante 1. α, ερλ, βυζαντινό νόμισμα
bizarro, ra 1. ε, σα βυζά-ντιος = γενναίος, -α, -o, era un soldado bizarro,
ήταν ένας στρατιώτης γενναίος
2. μτφ, γενναιόδωρος, -η, -o, un bizarro donador, ένας γενναιόδωρος δωρητής
3. μτφ, φινετσάτος, -η, -ο, κομψός, -ή, -ó, un bizarro galán, ένας κομψός νεαρός
bizarrear 1. ρα, δείχνω γενναιότητα, ανδρεία
2. μτφ, δείχνω γενναιοδωρία
bizarría 1. θ, θάρρος, γενναιότητα, el soldado mostró gran bizarría en la batalla,
o στρατιώτης έδειξε μεγάλη γενναιότητα στην μάχη
2. μτφ, γενναιοδωρία, su bizarría es incomparable, η γενναιοδωρία τους είναι ασύγκριτη
3. μτφ, χάρη, κομψότητα, caminaba con la bizarría de un aristócrata,
περπατούσε με κομψότητα ενός αριστοκράτη