BISOÑO

BISOÑO= ΠΡΧ ΒΥΣΣΙΝΙ> ΓΙΑ ΜΑΓΟΥΛΟ ΜΗ ΩΡΙΜΟ, ΑΓΟΥΡΟ= ΑΡΧΑΡΙΟΣ, ΠΡΩΤΑΡΗΣ,

ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

bisoño, ña 1. α θ, αρχάριος, αρχάρια, las tareas más fáciles a los bisoños,

οι πιο εύκολες εργασίες στους αρχάριους

2. πρωτάρης, -α, άπειρος, -η, El nuevo empleado es bastante bisoño,

Ο νέος υπάλληλος είναι αρκετά άπειρος

3. στρ, νεοσύλλεκτος, -η, νέος, νέα, στραβάδι

4. ε, άπειρος, -η, -o, αρχάριος, -α, -ο

bisoñada 1. θ, μτφ, πράξη νεοσσού= γκάφα, πατάτα, αδεξιότητα

bisoñería 1. θ, απειρία

2. λάθος που οφείλεται στην έλλειψη πείρας ή γνώσεων

bisoñez 1. θ, έλλειψη πείρας, απειρία

bisoñe 1. α, μτφ, μικρή φενάκη, περουκίνι

Scroll to Top