BATO

BATO= ΠΡΧ ΠΑΤΟΣ ΣΤΟ ΜΥΑΛΟ> ΣΤΟΚΟΣ, ΧΑΖΟΣ, ΠΡΧ ΜΠΟΥΝΤΑ-ΛΑΣ

bato 1. α, μπουνταλάς, αγαθός, ηλίθιος

2. οικ, μτφ, πρχ πατέ-ρας κάποιου> γέρος

batoideo 1. α, ζωλ, βάτος, σαλάχι, ράγια

Scroll to Top