BATIR

BATIR= ΠΡΧ ΜΠΑΤ> ΠΑΤΑΩ> ΚΤΥ-ΠΩ, ΗΧΜ ΜΠΑΤ= ΚΤΥΠΩ, ΠΡΧ ΜΠΑΤΑΡΩ,

ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

botón πρχ μπουτόν= κου-μπί

1. α, κουμπί, el botón del pantalón, το κουμπί του παντελονιού

2. κουμπί συσκευής, el botón de ordenador, το κουμπί του υπολογιστή

el botón del timbre, το κουμπί του κουδουνιού

3. μτφ, μπουμπούκι λουλουδιού ή μάτι φυτού, El botón de la rosa florecerá pronto,

Το μπουμπούκι του τριαντάφυλλου θα ανθίσει σύντομα

4. αθλ, σε σπαθί ξιφομαχίας, en esgrima, κομβίο άκρης= πούντας,

el botón al florete, το κομβίο στην πούντα του ξίφους

5. σνθ, botón automático, διακόπτης

botón de arranque, μίζα

botón de contacto, τχν, πλήκτρο, μπουτόν

botón de muestra, δείγμα

6. εκφ, darle al botón, χτυπώ το κουδούνι,

pulsar el botón, πατώ το κουμπί

ser algo un botón de muestra, κάτι αποτελεί δείγμα

botones 1. α θ, γκρουμ ξενοδοχείου, επειδή έχει κουμπιά η στολή

2. μτφ, κλητήρας γραφείου

botonadura 1. θ, μπουτονιέρα= σύνολο, σετ κουμπιών

botonazo 1. α, αθλ, χτύπημα με την άκρη του ξίφους

abotonar 1. ρμ, κουμπώνω ρούχο, Siempre me cuesta abotonar este pantalón,

Πάντα με δυσκολεύει να κουμπώσω αυτό το παντελόνι

2. ρα, μπουμπουκιάζω, ανθίζω, la rosa ha abotonado, το τριαντάφυλλο μπουμπούκιασε

3. ραντ, κουμπώνομαι, Αna tenía puesto un vestido azul muy chic que se abotona por atrás,

Η Άνα φορούσε ένα πολύ κομψό μπλε φόρεμα που κουμπώνει μέχρι την πλάτη

abotonador 1. α, κουμπωτήρι

abotonadura 1. θ, σύνολο κουμπιών σε ένα ένδυμα

desbotonar 1. ρμ, ξεκουμπώνω

2. ξεθηκαρώνω το ξίφος

3. ραντ, ξεκουμπώνομαι, Diego se desabotonó el pantalón, porque había comido mucho,

Ο Ντιέγκο ξεκούμπωσε το παντελόνι του, επειδή είχε φάει πολύ

4. μτφ, για άτομο, ξε-κουμπώνομαι= ανοίγομαι σε κάποιον, ανοίγω την καρδιά μου

desabotonar 1. ρμ, ξεκουμπώνω

2. ραντ, ξεκουμπώνομαι

botar ηχμ μποτ-αρ> μπατ αναπήδησης> ρι-μπάουντ ή κτυ-πητό ή ανα-πατώ

1. ρα, ρμ, αναπηδώ για πράγμα, esta pelota no bota, αυτή η μπάλα δεν αναπηδά

Los jugadores de tenis siempre botan la pelota antes de sacar,

Οι τενίστες πάντα αναπηδούν την μπάλα πριν σερβίρουν

2. ρα, για άτομο, αναπηδώ, πηδώ, bota para calentar los músculos,

πήδα για να ζεσταθούν οι μύες,

botar de alegría, πηδά από χαρά

3. ρμ, πατάω, χτυπώ το πλοίο για να μπει στο νερό, καθελκύω,

El Titanic fue botado al mar el 31 de mayo de 1911,

Ο Τιτανικός καθελκύστηκε στις 31 Μαΐου 1911

4. ρμ, ναυ, πατάω= γυρίζω το τιμόνι, πηδάλια για να αλλάξω πορεία

5. ρμ, οικ, μτφ, ξε-πατάω κάποιον από μέρος, διώχνω,

le han botado del trabajo, τον έδιωξαν από την δουλειά

ή πετάω, Quiero botar estos diarios viejos pero no encuentro un contenedor de basura,

Θέλω να πετάξω αυτά τα παλιά ημερολόγια αλλά δεν βρίσκω κάδο απορριμμάτων

6. ρμ, αθλ, χτυπώ, εκτελώ κόρνερ, φάουλ

7. εκφ, estar alguien que bota, είναι κάποιος σαν να πηδά= τσαντισμένος

bote πρχ ρι-μπάουντ, ανα-πήδημα

1. α, πήδημα ατόμου, ζώου, σάλτο

2. αναπήδηση μπάλας, γκελ πράγματος, el bote del balón, η αναπήδηση της μπάλας

3. χτύπημα με λόγχη, bote de lanza

4. σνθ, bote de carnero, ιππ, άλμα, σάλτο αλόγου

bote neutral, αθλ, ελεύθερο διαιτητή

5. εκφ, a bote pronto, μτφ, σαν πήδημα ξαφνικό= ξαφνικά, αναπάντεχα,

se le ocurrió la solución a bote pronto, του κατέβηκε η λύση ξαφνικά

ή αθλ, η στιγμή της αναπήδησης

dar botes, για άτομο, δίνω πήδο= χορο-πηδά ή για μπάλα, πράγμα, ανα-πηδώ, κάνω γκελ, el gato dio un bote al sonar la alarma, Η γάτα πήδηξε όταν χτύπησε ο συναγερμό

pegar un bote, πρχ μπήγω ένα πήδο= πηδώ, κάνω ένα σάλτο

botafuego 1. στρ, πρχ πατά-φωτιά = πυροδότης

2. μτφ, για άτομο, θερμόαιμος, ευέξαπτος

botasilla 1. θ, στρ, πρχ πατά-τσιρίδα= σάλπισμα

botavara 1. θ, ναυ, πρχ πατα-μπάρα= μάτσα, παλάγκο

botepronto 1. α, σε ράγμπι, πρχ πατά-απότομα= τέρμα από λάκτισμα,

inauguró el marcador con un botepronto, άνοιξε το σκορ με σουτ

botador πρχ πατητής ή κτυ-πητήρι

1. α, πρχ λα-βίδα οδοντίατρου, botador de dentista

2. ζουμπάς για καρφιά, botador para clavos

3. ναυ, πρχ μπουίνα, μακρύ ξύλο βαρκάρη για να σπρώχνει τη βάρκα του

4. τυπ, εξ-ωστήρας

botadura 1. θ, πρχ πάτημα= καθέλκυση πλοίου

botalón 1. α, ναυ, πρχ μπούμα, μάτσα

botarel 1. α, ατκ, πρχ π-αντέ-ρεισμα, π- αντι-ρίδα, που αντι-πατά

botarete 1. ε, τόξο αντιστήριξης, arco botarete

rebote πρχ ρι-μπάουντ

1. α, αναπήδηση, ριμπάουντ, La superficie de la cancha dura es óptima para el rebote,

Η σκληρή επιφάνεια του γηπέδου είναι ιδανική για αναπήδηση

2. εξοστρακισμός σφαίρας, πέτρες

3. οικ, μτφ, νεύρα κάποιου, τσαντίλα, σαν αναπήδηση ψυχική

4. αθλ, διεκδίκηση μπάλας κάτω απο το καλάθι, ριμπάουντ

5. σνθ, rebote defensivo, ofensivo, επιθετικό, αμυντικό ριμπάουντ

6. εκφ, cogerse, pillarse un rebote, πιάνω ένα πήδο από τα νεύρα= τσαντίζομαι

de rebote, σαν ριμπάουντ= ανακλαστικά, κατ’ επέκταση,

discutió con ella y de rebote me llevé yo la bronca,

τσακώθηκε με αυτήν και σαν ριμπάουντ= κατ’ επέκταση πήρα εγώ την επίπληξη

rebotar 1. ρμ, αναπηδώ για μπάλα όταν κτυπά σε κάτι,

la bala rebotó en la pared, η μπάλα αναπήδησε στον τοίχο

2. μτφ, λυγίζω ένα πράγμα, rebotar un clavo, λυγίζω ένα καρφί

3. οικ, κάνω κάποιον να ανα-πηδά= τσαντίζω ή μτθ ρε-μποταρ> κάνω μπου-ρλοτο

4. ρπτ, για πανιά, μτφ, χνουδιάζω

5. ρα, αναπηδώ, la pelota rebotó en el suelo, η μπάλα αναπήδησε στο έδαφος

6. ραντ, οικ, τσαντίζομαι, Juan se rebotó con María por no haberle llamado,

Ο Χουάν θύμωσε με τη Μαρία επειδή δεν τον είχε καλέσει

rebotadura 1. θ, αναπήδηση μπάλας

2. ρπτ, χνούδιασμα

3. μτφ, τσάντισμα

rebotado, da 1. ε, για σπουδές, αλλαγή κατεύθυνσης λόγω αποτυχίας

2. για ιερέα, αποσχηματισθείς, -σα, -έν

3. οικ, τσαντισμένος, -η, -ο

rebotear 1. ρα, αθλ, παίρνω ριμπάουντ

reboteador, ra 1. ε, αθλ, που παίρνει ριμπάουντ

2. α θ, αθλ, ριμπάουντερ

batería πρχ μπαταριά= χτύπος ή μπαταρία

1. θ, μπαταρία αυτοκινήτου, κινητού, batería de coche, móvil

2. μσκ, σύνολο κρουστών, ντραμς

3. ηκλ, συσσωρευτής, μπαταρία, συστοιχία

4. στρ, πυροβολαρχία

5. θτρ, φώτα ράμπας

6. σνθ, batería antiaérea, αντιαεροπορική πυροβολαρχία

batería contracarro, αντιαρματική πυροβολαρχία

batería de cocina, μαγειρικά σκεύη

batería de luces, φώτα ράμπας, φώτα σκηνής

batería eléctrica, ηλεκτρική μπαταρία

batería recargable, επαναφορτιζόμενη μπαταρία

batería solar, ηλιακός συσσωρευτής, φωτοηλεκτρική συστοιχία

7. εκφ, cargar las baterías, κυρ, μτφ, φορτίζω τις μπαταρίες

en batería, μτφ, πλάγια στάθμευση, en esa zona se aparca en batería,

σε αυτή την ζώνη παρκάρετε σε πλάγια στάθμευση

quedarse sin batería, μένω από μπαταρία

tocar la batería, παίζω ντραμς

una batería de, μια σειρά, κατεβατό, una batería de preguntas, ένα κατεβατό ερωτήσεων

batería 1. α θ, ντράμερ

baterista 1. α θ, ντράμερ

contrabatería 1. θ, στρ, κοντρα-μπαταριά= αντι-πυροβολικό

batir ηχμ μπατ= κτυπάω, πρχ πατάω

1. ρμ, κυρ, μτφ, κτυπώ, σκάω, Las olas batían el velero, τα κύματα κτύπαγαν το ιστιοφόρο

El sol nos batía con fuerza el pasado sábado,

Ο ήλιος μας χτύπαγε με δύναμη το περασμένο Σάββατο

El herrero bate la herradura, Ο σιδηρουργός χτυπάει το πέταλο

batía el tambor, χτυπούσε το τύμπανο

La gaviota batió sus alas y se fue volando,

Ο γλάρος χτύπησε τα φτερά του και έφυγε πετώντας

2. κτυπώ τρόφιμο, υλικό για πύκνωση, άνοιγμα, αυγό, ασπράδι,

Está batiendo los huevos para hacer un omelet, Χτυπάει τα αυγά για να φτιάξει ομελέτα

3. μτφ, καταρρίπτω, σπάω ρεκόρ, κερδίζω αντίπαλο, Messi batió todos los récords,

Ο Μέσι έσπασε όλα τα ρεκόρ

el keniata batió el récord olímpico, ο κενυάτης έσπασε το ολυμπιακό ρεκόρ

Barcelona batió a Atlético Madrid, Η Μπαρτσελόνα κέρδισε την Ατλέτικο Μαδρίτης

4. για αστυνομία, στρατό, πατάω την περιοχή, σαρώνω, ψάχνω, ερευνώ,

Batieron el bosque en busca del niño perdido, Έψαξαν το δάσος ψάχνοντας το χαμένο παιδί

5. χτυπώ στο κυνήγι

6. ρίχνω, καταρρίπτω τοίχο, κτίριο, han batido el viejo edificio, έχουν ρίξει το παλιό κτίριο

7. κόβω νόμισμα, La ceca de Quito batía las monedas de curso legal en Ecuador,

Το νομισματοκοπείο του Κίτο έκοβε τα νομίσματα που αποτελούσαν νόμιμο χρήμα στον Ισημερινό

8. χτυπώ ρούχα, Hay que batir la lana para que quede suave,

Πρέπει να χτυπήσεις το μαλλί για να μαλακώσει

9. χτυπώ με ορμή, δυνατά, el pájaro batía las alas, το πτηνό χτυπούσε τα φτερά του

10. ραντ, κτυπιέμαι με κάποιον= αναμετρούμαι, Se batieron los púgiles en el estadio viejo,

αναμετρήθηκαν οι πυγμάχοι στο παλιό στάδιο,

batirse en duelo, αναμετρούμαι σε μονομαχία

11. ρα, χτυπάει η καρδιά

batimiento 1. α, πράξη του batir

batida 1. θ, πάτημα αστυνομίας= έρευνα, καταδίωξη, έφοδο, σάρωση χώρου,

En la primera batida, la policía encontró un zapato de la persona desaparecida,

Στην πρώτη έφοδο, η αστυνομία βρήκε ένα παπούτσι που ανήκε στο αγνοούμενο άτομο

2. παγανιά σε κυνήγι, Los cazadores organizaron una batida de jabalís,

Οι κυνηγοί οργάνωσαν παγανιά αγριογούρουνου

3. εκφ, dar una batida, βγαίνω παγανιά

batido 1. α, πρχ πατητό ρόφημα= μιλκ σέικ, Quiero una hamburguesa y un batido de fresa,

Θέλω ένα χάμπουργκερ και ένα μιλκσέικ φράουλα

2. χτυπητά αυγά

3. φτερούγισμα, χτύπημα φτερών

4. χτύπημα χορού

5. σνθ, batido de fresa, de chocolate, μιλκ σέικ φράουλα, σοκολάτα

batido, da 1. ε, μαγ, χτυ-πημένος, -η, -o

2. μτφ, για δρόμο, διαδρομή, πολυσύχναστος, -η, -o, πεπατημένος, -η, -ο,

Ha caminado el camino batido de su casa al trabajo miles de veces,

Έχει περπατήσει το πεπατημένο μονοπάτι από το σπίτι του στη δουλειά χιλιάδες φορές

3. για μετάξι, seda, μτφ, λαμπυρίζων, -ουσα, -ον

batidor, ra 1. ε, κτυ-πητικός, -ή, -ό= που χτυπάει, σφυρηλατεί

2. α θ, κτυ-πητής, -ια, άτομο που σφυρηλατεί πολύτιμα μέταλλα

batidor 1. α, χτυπητήρι τροφών

2. μίξερ

3. στρ, ανιχνευτής, ια, που πατάει περιοχή

4. στο κυνήγι, κτυπητής= αυτός που φέρνει τα θηράματα προς το μέρος των κυνηγών

5. χτένα κομμωτικής

batidora 1. θ, κτυπητήρι κουζίνας

2. μίξερ

3. σφυρί επεξεργασίας μετάλλων

batidera 1. κατ, φτυάρι με μακριά λαβή για ανακάτεμα ασβέστη

2. μαχαίρι μελισσοκόμου

batidero 1. α, ανώμαλο έδαφος, σαν κτυπημένο

batiente πρχ που κτυπά

1. ε, μαχητικός, -ή, -ó

2. α, φύλλο πόρτας, παραθύρου, επειδή κτυπά

3. πλαίσιο κουφώματος

4. θαλασσο-κτυπημένα βράχια

5. κυματο-θραύστης, προ-κυμαία

6. μσκ, αποσβεστήρας

imbatible 1. ε, α-κτύπητος= ανίκητος, -η, -ο, αήττητος, -η, -ο

imbatibilidad 1. θ, πρχ α-κτυπότητα= αήττητο ομάδας

2. ιδιότητα ανίκητου

imbatido, da 1. ε, ακτύπητος, -η, -ο, αήττητος, -η, -o για παίκτη, ομάδα,

el atleta sigue imbatido en Europa, o αθλητής παραμένει αήττητος στην Ευρώπη

abatir πρχ πατάω κάτι, κτυπώ, πρχ μπατάρω

1. ρμ, ρίχνω, κατεδαφίζω, abatir una fortaleza, ρίχνω ένα φρούριο

El viejo edificio fue abatido con explosivos, Το παλιό κτίριο κατεδαφίστηκε με εκρηκτικά

ή μτφ, σκοτώνω, Un francotirador de la policía abatió al hombre que tenía al rehén,

Ένας ελεύθερος σκοπευτής της αστυνομίας σκότωσε τον άνδρα που κρατούσε τον όμηρο

2. κατεβάζω σημαία, πανί, el soldado abatió la bandera, ο στρατιώτης κατέβασε την σημαία

ή ξεστήνω, Los boy scouts abatieron la tienda de campaña y comenzaron a desayunar,

Οι πρόσκοποι ξέστησαν τη σκηνή και άρχισαν να τρώνε πρωινό

3. ηχμ μπατ> κόβω, Si necesitas más leña, puedes abatir ese árbol,

Αν χρειάζεσαι περισσότερα καυσόξυλα, μπορείς να κόψεις αυτό το δέντρο

4. μτφ, πατάω ή μπατάρω ψυχικά= ρίχνω, αποθαρρύνω, αποκαρδιώνω,

aquella desgracia le abatió mucho, εκείνη η ατυχία τον έριξε ψυχικά πολύ,

La derrota frente a Inglaterra abatió al equipo, Η ήττα από την Αγγλία έριξε την ομάδα

ή ταπεινώνω, le abatieron sus insultos, τον ταπείνωσαν οι προσβολές τους

5. μτφ, μπατάρω κάτι = κλίνω, γέρνω σε θέση οριζόντια αντικείμενο,

abatir la hamaca para poder dormir, κλίνω την αιώρα για να μπορέσω να κοιμηθώ

6. σε παιχνίδι, ανοίγω τα χαρτιά μου

7. ναυ, παρ-εκκλίνω πορείας

8. γμτ, τραβάω μια κάθετη, abatir una perpendicular

9. ραντ, αποθαρρύνομαι, αποκαρδιώνομαι, πέφτω ψυχικά,

Ana es una mujer fuerte y no va a abatirse por la pérdida de su casa,

Η Άνα είναι μια δυνατή γυναίκα και δεν θα αποθαρρυνθεί από την απώλεια του σπιτιού της

10. abatirse sobre, για πτηνό, μπατάρει πάνω σε θήραμα, πέφτει επί,

el cuervo se abatió sobre un conejo, το κοράκι έπεσε πάνω σε ένα κουνέλι

μτφ, για κακοτυχία, la desgracia se abatió sobre su familia,

η δυστυχία έπεσε πάνω στην οικογένειά του

abatimiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του abatir, abatirse

2. μπατάρισμα ψυχικό= κατάθλιψη, θλίψη, μελαγχολία, αποθάρρυνση, ταπείνωση,

Horacio jamás pudo superar el abatimiento que le provocó la muerte de su hijo,

Ο Οράσιο ποτέ δεν μπόρεσε να ξεπεράσει την κατάθλιψη που του προκάλεσε ο θάνατος του γιου του

3. γμτ, προβολή

4. ναυ, παραλλαγή

5. κατεδάφιση, el abatimiento de la muralla, η κατεδάφιση του τείχους

abatido, da 1. ε, θλιμμένος, -η, -ο, καταθλιμμένος, -η, -ο, συντετριμμένος, -η, -ο,

Mi madre se sintió abatida cuando supo que tenía cáncer,

Η μητέρα μου αισθάνθηκε συντετριμμένη όταν έμαθε ότι είχε καρκίνο

2. απογοητευμένος, -η, -ο, αποθαρρυμένος, -η, -ο,

Bob se veía abatido tras haber perdido el partido,

Ο Μπομπ φαινόταν απογοητευμένος αφού έχασε το παιχνίδι

3. μπαταρισμένος σωματικά, άδειος, -α, -ο από δυνάμεις,

su enfermedad le dejó completamente abatido,

η αρρώστια του τον άφησε εντελώς άδειο

4. κατακλινόμενος, -η, -ο, χαμηλωμένος, -η, -ο, asiento abatido, κατακλινόμενο κάθισμα

combatir πρχ συ-μπαταρω> κατα-κτυπώ κάτι

1. ρμ, για στρατό, μάχομαι, πολεμώ, combatir al enemigo, πολεμώ τον εχθρό

2. μτφ, πολεμώ, παλεύω, Combatió el cáncer por un año, pero lamentablemente falleció,

Πάλεψε τον καρκίνο για ένα χρόνο, αλλά δυστυχώς έφυγε από τη ζωή

3. καταπολεμώ, αντιμετωπίζω τη ζέστη, το κρύο, combatir el calor, el frío,

4. καταπολεμώ ένα πρόβλημα, combatir una epidemia, el terrorismo,

καταπολεμώ μια επιδημία, την τρομοκρατία

5. επιτίθεμαι, πολεμώ, combatió los molinos por creerlos gigantes temibles,

πολέμησε τους ανεμόμυλους επειδή τους πίστεψε για τρομακτικούς γίγαντες

6. χτυπώ, μαστίζω για άνεμο

7. ρα, μάχομαι, πολεμώ, ενάντια σε κάτι, combatir contra tropas extranjeras,

πολεμώ κατά των ξένων στρατευμάτων

8. αγωνίζομαι για κάτι, combatir por el título del campeón,

αγωνίζομαι για τον τίτλο του πρωταθλητή

combate πρχ κατα-κτύπημα, σύρ-ραξη

1. α, μάχη στρατιωτική, Tres mil soldados perdieron la vida en combate contra el enemigo,

Τρεις χιλιάδες στρατιώτες έχασαν τη ζωή τους σε μάχες εναντίον του εχθρού

2. αγώνας μποξ, πάλη, combate en quince asaltos, αγώνας πυγμαχίας σε δεκαπέντε γύρους 3. μτφ, μάχη, αγώνας ενάντια σε κάτι, combate contra el paro, αγώνας κατά της ανεργίας

4. σνθ, combate cuerpo a cuerpo, μάχη σώμα με σώμα

combate de boxeo, de lucha libre, πυγμαχία, ελεύθερη πάλη

5. εκφ, caer, morir en combate πέφτω στο πεδίο της μάχης

dejar fuera de combate, κυρ, μτφ, αφήνω, θέτω εκτός μάχης

desaparecido en combate, αγνοούμενος πολέμου

estar, quedarse fuera de combate, κυρ, μτφ, μένω εκτός μάχης

combatiente 1. ε, α θ, μαχόμενος, -η, -ο, μαχητής, -ια, πολεμιστής, -ια,

Mi abuelo fue un soldado combatiente durante la guerra,

Ο παππούς μου ήταν μαχόμενος στρατιώτης κατά τη διάρκεια του πολέμου

Aquiles era un combatiente excepcional, Ο Αχιλλέας ήταν ένας εξαιρετικός μαχητής

2. σνθ, ex combatiente, παλαίμαχος, βετεράνος

excombatiente 1. α, εξ->βετεράνος πολεμιστής

combativo, va 1. ε, μαχητικός, -ή, -ό, Martina tiene ideales sólidos y es muy combativa, no va a ceder ante ninguna presión, Η Μαρτίνα έχει ισχυρά ιδανικά και είναι πολύ μαχητική, δεν θα ενδώσει σε καμία πίεση

2. αντιμαχόμενος, -η, -ο, συγκρουσιακός, -ή, -ό

combatividad 1. θ, μαχητικότητα

debate πρχ ντι-μπειτ, αντι-πατώ, κτυπώ σε κάτι

1. α, ντι-μπέιτ= δημόσια συζήτηση, έντονη συζήτηση, διαφωνία, διάλογος,

Están teniendo un debate sobre cómo reducir la pobreza global,

Διεξάγουν μια συζήτηση για το πώς να μειώσουν την παγκόσμια φτώχεια

2. σνθ, debate electoral, προεκλογική τηλεοπτική μονομαχία,

debate parlamentario, κοινοβουλευτική συζήτηση

debate público, δημόσια συζήτηση

debatir 1. ρμ, κάνουν ντιμπέιτ 2 ή παραπάνω άτομα για κάτι, συζητώ,

los políticos debatieron la nueva ley, οι πολιτικοί συζήτησαν τoν νέο νόμο

Los candidatos debatieron temas de actualidad,

Οι υποψήφιοι συζήτησαν θέματα της επικαιρότητας

2. ρα, διαφωνώ, φιλονικώ, αντιλογώ με κάποιον, διεξάγω τηλεμαχία, ντιμπέιτ,

se pasa el día debatiendo en el café, αντιλογεί ολημερίς στο καφέ,

Los dos candidatos presidenciales debatirán la semana próxima,

Οι δύο υποψήφιοι για την προεδρία θα διεξαγάγουν τηλεμαχία την επόμενη εβδομάδα

3. debatir sobre, συζητώ για, debatieron sobre la crisis política,

συζήτησαν για την πολιτική κρίση

4. ραντ, παλεύω, μάχομαι για κάτι, el país se debate en medio de una fuerte crisis política,

η χώρα παλεύει να ξεπεράσει μια βαθιά πολιτική κρίση

5. debatirse entre, παλεύω μεταξύ, debatirse entre la vida y la muerte,

παλεύω, είμαι μεταξύ ζωής και θανάτου, χαροπαλεύω

embate 1. α, πρχ επι-πάτημα= κτύπημα ορμητικό της θάλασσας, παφλασμός

2. στρ, επίθεση, εφόρμηση

3. ξέσπασμα ψυχικό

4. εκφ, los embates del tiempo, οι κτύποι= η φθορά, τα σημάδια του χρόνου

rebatir πρχ παρα-πατώ> αντι-πατώ> κτυπώ κάτι

1. ρμ, αντικρούω, καταρρίπτω, El profesor presentó pruebas para rebatir mi argumento,

Ο καθηγητής παρουσίασε στοιχεία για να αντικρούσει το επιχείρημά μου

2. επανορθώνω ένα σφάλμα, rebatir un error

3. περι-κτυπάω κάτι, rebatió las claras hasta que quedaron a punto de nieve,

χτύπησε τα ασπράδια των αυγών μέχρι που έσφιξαν

4. εμπ, κατα-κτυπώ τιμή= αφαιρώ, κάνω έκπτωση

5. αποκρούω, El hombre rebatió el puñetazo y noqueó al borracho que lo atacó,

Ο άντρας απέκρουσε τη γροθιά και έριξε νοκ άουτ τον μεθυσμένο που του επιτέθηκε

6. απορρίπτω, rebatió sus consejos, απέρριψε τις συμβουλές του

rebatimiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του rebatir

2. αναίρεση, κατάρριψη επιχειρήματος

rebatible 1. ε, αναιρέσιμος, -η, -o, καταρριπτέος, -α, -o για επιχείρημα

irrebatible 1. ε, ακατάρριπτος, -η, -ο, αδιάψευστος, -η, -ο, αδιάσειστος, -η, -ο

bate 1. α, αθλ, πρχ μπαστ-ούνι= μπαστούνι μπέιζμπολ

batear 1. ρμ, ρα, πρχ μπαστ-ουνιάζω= χτυπώ με το μπαστούνι του μπέιζμπολ

batazo 1. α, χτύπημα με μπαστούνι του μπέιζμπολ

bateador, a 1. α θ, στο μπέιζμπολ, κρίκετ, ροπαλοφόρος, μπάτερ

baticola 1. θ, πρχ πατα-κόλον= υπονούριο

batihoja 1. α, πρχ πατα-φύλλο= χρυσοχόος, αργυροχόος

batimento 1. α, τεχ, πρχ πάτημα= σκιά σχήματος

batintín 1. α, γκονγκ

batiporte 1. α, ναυ, πρχ πατο-πορτο= κατώφλι, ανώφλι των πολεμιστρών

batahola, bataola 1. θ, μτφ, πρχ πάταγος σε θόρυβο, νταβαντούρι

2. εκφ, armarse una batahola, αρματώνεται ένα νταβαντούρι, πάταγος,

se armó una batahola infernal, έγινε πάταγος κόλασης

batalla πρχ μπατ-αγια> πάταγος ή πάτημα σε μάχη ατόμων= μάχη

1. θ, κυρ, μτφ, μάχη, una batalla a campo abierto, μάχη στο ύπαιθρο

La batalla dejó muchos soldados heridos, Η μάχη άφησε πολλούς στρατιώτες τραυματίες

Venció en su batalla contra el cáncer, Κέρδισε στη μάχη του με τον καρκίνο

2. πρχ πάτημα= μεταξόνιο αυτοκινήτου, batalla de automóvil

3. κάθισμα αναβάτη, σαν πάτημα

4. αθλ, αναμέτρηση με ξίφη ασκήσεως

5. τεχ, πίνακας που απεικονίζει μία σκηνή μάχης

6. μτφ, ιστορία χιλιοειπωμένη, el abuelo siempre cuenta sus batallitas,

ο παππούς πάντα διηγείται τις ιστοριούλες του

7. σνθ, batalla campal, τακτική μάχη

batalla de almohadas, μαξιλαρο-πόλεμος

batalla de bolas de nieve, χιονο-πόλεμος

batalla naval, ναυ-μαχία

8. εκφ, dar la batalla, δίνω μάχη

dar mucha batalla, βάζω σε μπελάδες

de batalla, μάχιμη= καθημερινής χρήσεως

entablar batalla con alguien, εμπλέκομαι σε διαμάχη με κάποιον

librar una batalla, διεξάγω πόλεμο

presentar batalla, παρατάσσω τα στρατεύματα για μάχη

batallar 1. ρα, πολεμώ, μάχομαι με όπλα, batallaron contra el enemigo,

πολέμησαν κατά του εχθρού

2. αγωνίζομαι, μάχομαι για κάτι, pienso batallar hasta conseguir lo que me propongo,

σκέφτομαι να αγωνιστώ μέχρι να καταφέρω αυτό που μου προτάσσω

3. αθλ, αγωνίζομαι σε αναμέτρηση με ξίφη ασκήσεως

batallador, ra 1. ε, α θ, μαχητικός, -ή, -ó, μαχητής, -ια

batallita 1. θ, μικρή προσωπική ιστορία, σαν μάχη

2. εκφ, contar batallitas, λέω ιστορίες

batallón 1. α, στρ, τάγμα

2. μτφ, πολλά άτομα, πλήθος, ορδή, se presentó con un batallón de amigos para comer,

παρουσιάστηκε με ένα τάγμα από φίλους για να φάνε

Un batallón de niños entró de repente en la tienda del museo,

Ένα πλήθος παιδιών μπήκε ξαφνικά στο κατάστημα του μουσείου

3. σνθ, batallón de infantería, caballería, zapadores,

τάγμα πεζοναυτών, ιππικού, σκαπανέων

báscula πρχ μπατ> μπασκουλα> πατούλα= δίσκος ζυγαριάς

1. θ, ζυγαριά, ζυγός, πλάστιγγα

2. στρ, μηχανή για σήκωμα γέφυρας

3. σνθ, báscula automática, αυτόματη ζυγαριά

báscula de baño, ζυγαριά μπάνιου

báscula de precisión, ζυγαριά ακρίβειας

báscula de puente, γεφυρο-πλάστιγγα

báscula hidrostática, υδρο-στατικός ζυγός

bascular πρχ μπατάρω> κινούμαι από δω-εκεί, πάω σα ζυγαριά πάνω κάτω

1. ρα, αιωρούμαι, el cuerpo del ahorcado basculaba en el aire,

το σώμα του πνιγμένου αιωρούταν στον αέρα

En la tormenta, el barco basculaba sin cesar,

Μέσα στην καταιγίδα, το πλοίο πήγαινε πάνω κάτω χωρίς να παύσει

2. για καρέκλα, λικνίζω, κουνώ

3. μτφ, ταλαντεύομαι, bascula entre la tristeza y la felicidad,

ταλαντεύεται ανάμεσα στην λύπη και την ευτυχία

4. αθλ, ελίσσομαι

5. ανατρέπω, κλίνω καρότσα, la caja del camión basculó y depositó toda la grava en el suelo,

Η καρότσα του φορτηγού έκλινε και εναπόθεσε όλο το χαλίκι στο έδαφος

basculación 1. θ, αιώρηση σώματος

2. ταλάντωση

3. κλίση ανάμεσα σε 2 πράγματα, καταστάσεις, ταλάντευση

4. τραμπάλισμα

5. κλίση καρότσας, ανατροπή

basculador 1. α, ανατροπέας σε φορτηγά, βαγόνια για φορτία

basculamiento 1. α, ανατροπή

2. basculación

basculante 1. ε, αιωρούμενος, -η, -ο

2. ταλαντευόμενος, -η, -ο

3. ανατρεπόμενος, -η, -ο,

4. ανακλινόμενος, -η, -ο

5. α, μηχανισμός ανατροπής

6. ανατρεπόμενο όχημα, ανατρεπόμενο

badajo 1. α, πρχ μπατ-άρι= ρόπτρο καμπάνας, γλωσσίδι, badajo de campana

2. α, οικ, μτφ, άτομο φλύαρο, γλώσσα ροδάνι

badajada 1. θ, κτύπος από γλωσσίδι καμπάνας

2. οικ, μτφ, κοτσάνα

3. εκφ, soltar una badajada, αμολάω κοτσάνα

badajazo 1. α, κτύπος καμπάνας

batuta 1. θ, πρχ μπαγκέτα, la Orquesta Filarmónica, bajo la batuta de Karajan…

η Φιλαρμονική Ορχήστρα, υπό τη διεύθυνση του Κάραγιαν….

2. εκφ, llevar la batuta de orquesta, φέρω την μπαγκέτα, διευθύνω ορχήστρα,

ή μτφ, έχω το γενικό πρόσταγμα, ηγούμαι

beat 1. ε, μτφ, μπιτ μόδας

batacazo 1. α, δυνατό χτύπημα από πέσιμο, El futbolista se dio un batacazo contra el suelo y se lesionó la rodilla, Ο ποδοσφαιριστής έπεσε στο έδαφος και τραυματίστηκε στο γόνατο

2. μτφ, πρχ μπατακαζο> μπατάρισμα = αποτυχία, κραχ οικονομικό,

La empresa no estaba preparada para el batacazo que le sobrevino con la crisis,

Η εταιρεία δεν ήταν προετοιμασμένη για το κραχ που προκάλεσε η κρίση

3. dar batatazo, δίνω μπάπ στο μπιλιάρδο= ρίχνω μια μπαλιά στην τύχη

και βρίσκει το στόχο της

darse un batacazo, δίνω ενα μπαπ απο πτώση, χτυπάω δυνατά από πέσιμο,

se dio un batacazo bajando las escaleras, έπεσε δυνατά κατεβαίνοντας τις σκάλες

ή μτφ, αποτυχαίνω

bazofia πρχ μπαζο-φαί, μπάζο

1. θ, χάλια φαγητό, ποτό, αηδία, este plato es una bazofia, αυτό το φαγητό είναι μπάζο

2. μτφ, για ταινία, βιβλίο, μπάζο, en la televisión sólo dan bazofia,

στην τηλεόραση βάζουν όλο μπάζα

3. α θ, μτφ, για άτομο, ηλίθιος, -ια

batojar 1. ρμ, μπατάρω= ραβδίζω ένα δέντρο

batuda 1. θ, σειρά ακροβατικών νούμερων στο τρα-μπολίνο

batuecas 1. εκφ, estar en las batuecas, οικ, είμαι στα βάτικα μου= στον κόσμο μου

batiborrillo, batiburrillo, baturrillo πρχ πατι-μπούρου

1. α, συνονθύλευμα, αχταρμάς, La vestimenta de Liliana es un batiburrillo de colores,

Τα ρούχα της Λιλιάνας είναι ένα συνονθύλευμα από χρώματα

2. σύμ-φυρμα από λέξεις, ιδέες σε συζήτηση, κείμενο, χωρίς συνοχή

desbarajustar 1. ρμ, πρχ ξε-παρα-στάτωνω κάτι= αναστατώνω, ανακατεύω,

estos niños no hacen más que desbarajustar la casa,

αυτά τα παιδιά δεν κάνουν τίποτα άλλο απ’ το να αναστατώνουν το σπίτι

2. ραντ, μτφ, αναστατώνομαι, κλονίζομαι ψυχικά,

su mundo comenzaba a desbarajustarse, o κόσμος του άρχιζε να κλονίζεται

desbarajuste 1. α, αναστάτωση ψυχική

2. αταξία, ¡qué desbarajuste! τι χαμός!

futraque 1. α οικ, πρχ φράκο

joder πρχ χοδερ> χυδαίζω= φέρομαι χυδαία ή ορχιδίζω, πρχ εν-οχλώ< χοδερ

1. ρμ, χυδ, ενοχλώ, πειράζω με συμπεριφορά, jodió a todos con sus cánticos,

ενόχλησε όλους με τα τραγουδάκια του

2. ενοχλώ πολύ, τη σπάω, me jodió mucho que no vinieras, μου την έσπασε που δεν ήρθες

3. τινάζω στον αέρα σχέδια, γιορτή, me has jodido la fiesta, μου διέλυσες την γιορτή

4. χαλάω, διαλύω αντικείμενο, se le ha jodido el coche, του έχει χαλάσει το αμάξι

5. γαμώ, ¡Me jodiste, me preñaste y ahora te toca hacerte cargo!

Με γάμησες, με άφησες έγκυο, και τώρα είναι ώρα να αναλάβεις την ευθύνη!

6. μτφ, πρχ χρεώνω πολλά, κλέβω σε αγορά, nos han jodido 40 euros por una paella,

μας πήραν 40 ευρώ για μια παέγια

7. ρα, μτφ, πρήζω, ¡no jodas! μη μας γαμάς!

8. ραντ, χαλάω, γαμιέμαι, για σχέδια, γιορτή, ¡se jodió el invento! χάλασε το πράγμα!

se nos ha jodido el viaje, γαμήθηκε το ταξίδι μας

10. μτφ, χτυπώ, τραυματίζομαι, Me caí y me jodí la rodilla, έπεσα και χτύπησα το γόνατο

11. εκφ, a joderse y a aguantarse, σκάσε και κολύμπα

¡jódete y baila! γαμήσου και τραγούδα!

¡anda y que te, le, os, les jodan!

vα πας, πάει, πάτε, πάνε, να γαμηθείς, γαμηθεί, γαμηθείτε, γαμηθούν

joderla, ¡como nos pille, la hemos jodido! αν μας πιάσει, την κάτσαμε! την βάψαμε!

joder vivo a alguien γαμάω κάποιον

¡no me jodas! μη με γαμάς!

joder 1. επφ, γαμώτο! ¡Joder! Se me quemó la pizza que tenía en el horno,

Γαμώτο! Μου κάηκε η πίτσα που είχα στο φούρνο

jodido, da 1. ε, χυδ, χαλασμένος, -η, -o, la radio está jodida, το ράδιο είναι χαλασμένο

2. για άτομο, γαμημένος, -η, -o, από λύπη, κτυπημένος, tengo el tobillo jodido,

έχω τον αστράγαλο χάλια, χαλασμένο

desde que se fue su novia, está jodido, από τότε που έφυγε η κοπέλα του είναι πολύ χάλια

3. για κάτι που εν-οχλεί, ενοχλητικός, -ή, -ό, σπαστικός, -ή, -ó,

es muy jodido levantarse a las seis, είναι πολύ σπαστικό να σηκώνεσαι στις έξι το πρωί

4. για κάτι δύσκολο να γίνει, παλούκι, γαμήσι, este examen está jodido,

αυτό το τεστ είναι πολύ παλούκι

5. α θ, γαμημένος, -η, el jodido de tu hermano, o γαμημένος o αδερφός σου

jodienda 1. θ, χυδ, γαμώτο!, τι μαλακία! ¡qué jodienda!

jodo, jodó 1. επφ, χυδ, γαμώτο!

jolín, jolines 1. επφ, χυδ, για θυμό, ενόχληση, γαμώτο!, ¡jolines, déjame en paz!

άσε με ήσυχη, γαμώτο σου!

2. για θαυμασμό, ουάου!, πωπώ!, ¡jolines, qué coche tan guay! ουάου!

τι γαμάτο αμάξι είναι αυτό!

jopé 1. επφ, χυδ, πω πώ!, ¡jopé, cuánta gente hay aquí! πω πώ, πόσο κόσμο έχει εδώ!

jobar 1. επφ, οικ, ευφ, για θαυμασμό, θυμό, ¡jobar, estáte quieto! γαμώτο, στάσου ήσυχος!,

¡jobar, qué casa más bonita tienes! ουάου! τι ωραίο το σπίτι σου!

baquiano, na 1. ε, με πολλά μπάκ> χτύπους σε κάτι= έμπειρος, -η, -ο

Un amigo, que es un mecánico baquiano, me acompañará a ver el auto que quiero comprar,

Ένας φίλος, που είναι έμπειρος μηχανικός, θα με συνοδεύσει να δω το αυτοκίνητο που θέλω να αγοράσω

baqueano 1. α, πρχ βαίνω= οδηγός σε βουνό, σε μέρος ειδικό, σαν τοπικός οδηγός,

Si piensa visitar las salinas, contrata a un baquiano,

Εάν σκοπεύετε να επισκεφθείτε τις αλυκές, προσλάβετε έναν οδηγό

baquear 1. ρα, ναυ, πρχ βαρκάρω= πλέω με το ρεύμα

Scroll to Top