BARRUNTO= ΠΡΧ ΜΠΑΡΟΥΝΤΟ> ΠΡΟ-ΤΟΥ> ΕΝΔΕΙΞΗ, ΠΡΧ ΒΡΟΝΤΟΣ ΣΑΝ ΕΝΔΕΙΞΗ ΓΙΑ ΚΑΤΙ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
barrunto
1. α, ένδειξη, Todos los barruntos apuntan al hecho de que la desaparecida pasó por casa,
Όλες οι ενδείξεις οδηγούν στο γεγονός ότι η αγνοούμενη πέρασε από το σπίτι
2. υποψία, Juan tiene el barrunto de que su novia le está engañando,
Ο Χουάν έχει την αίσθηση ότι η κοπέλα του τον απατά,
3. εικασία, El barrunto de que si trabajo en casa tengo más tiempo libre está equivocado,
Η εικασία ότι αν δουλεύω στο σπίτι έχω περισσότερο ελεύθερο χρόνο είναι λάθος
4. μτφ, βρόντος ψυχικός= προαίσθηση, διαίσθηση, αίσθηση,
¿No te parece que mi barrunto tiene sentido?
Δεν νομίζεις ότι η προαίσθησή μου έχει νόημα;
5. εκφ, tener barruntos de algo, έχω προαίσθημα για κάτι, διαισθάνομαι κάτι
tenía el barrunto de que os ibais a pelear, είχα το προαίσθημα πως θα τσακωνόσασταν
barruntar πρχ, μτφ, νιώθω τον βρόντο από κάτι ή προ-του να συμβεί νιώθω κάτι
1. ρμ, προαισθάνομαι, διαισθάνομαι, αισθάνομαι, αντιλαμβάνομαι, έχω την αίσθηση,
No sé por qué, pero barrunto que no me vas a decir nada bueno,
Δεν ξέρω γιατί, αλλά έχω την αίσθηση ότι δεν θα μου πεις τίποτα καλό,
el perro barruntó el peligro, ο σκύλος προαισθάνθηκε τον κίνδυνο
2. σαν βρόντος δείχνει κάτι= προμηνύω, las nubes barruntan tormenta,
τα σύννεφα προμηνύουν καταιγίδα
barruntamiento 1. α, προαίσθηση
2. ένδειξη, υποψία για κάτι