BARRITO

BARRITO= ΠΡΧ ΒΡΥΧΗΤΟ> ΒΡΥΧΗΘΜΟΣ

barrito 1. α, βρυχηθμός, σάλπισμα για ελέφαντα

barritar 1. ρα, βρυχόμαι, σαλπίζω μόνο για ελέφαντες και ρινόκερους

Scroll to Top