BANDA= ΠΡΧ ΜΠΑΝΤΑ> ΠΛΕΥΡΑ Ή ΚΟΜΜΑΤΙ ΑΠΟ ΥΦΑΣΜΑ, ΜΠΑΝΤΑΝΑ,
ΠΡΧ Σ-ΠΟΝΤΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
banda πρχ μπάντα= κομμάτι ή πλευρά απο κάτι
1. θ, λωρίδα, σειρήτι σαν διακριτικό αξιώματος
2. για πτηνά, σμήνος, una banda de gorriones, ένα σμήνος σπουργιτιών
3. για φίλους, μπάντα φίλων, παρέα, ομάδα
4. μτφ, σπείρα, συμμορία κακοποιών
5. μσκ, μπάντα, συγκρότημα
6. μτφ, για ράδιο, τηλεόραση, φάσμα, ζώνη, ancho de banda, εύρος φάσματος
7. πλευρά σε κάτι, la banda derecha, η δεξιά πλευρά
8. αθλ, αθλ, πλευρική, πλάγια γραμμή σε γήπεδο, juez, línea de banda, επόπτης γραμμών,
saque de banda, πλάγιο άουτ
9. σπόντα μπιλιάρδου
10. πολ, πτέρυγα κόμματος
11. λωρίδα δρόμου, λεωφόρου
12. μτφ, ταινία παρασήμου
13. ζώνη για δέσιμο, επίδεσμος
14. ναυ, banda estribor, δεξιά πλευρά του πλοίου
15. φσκ, ζώνη
16. ερλ, τελαμώνας
17. σνθ, banda armada, ένοπλη συμμορία
banda de fluctuación, περιθώριο διακύμανσης
banda de frecuencia, ζώνη συχνοτήτων
banda de rodadura, πέλμα ελαστικού
banda magnética, μαγνητική ταινία
banda rugosa, «σαμαράκι» οδοστρώματος
banda salarial, μισθολογική κλίμακα
banda sonora, σάουντρακ, μουσική κινηματογραφικής ταινίας
banda transportadora, κυλιόμενος τάπητας, ταινία αποσκευών
18. εκφ, a dos, tres bandas, διμερής, τριμερής, σε δύο, τρία μέτωπα, σε δύο ταμπλό, δίπορτο, τρίπορτο
arriar en banda, ναυ, μαϊνάρω
cerrarse en banda, οικ, μτφ, κλείνομαι στην μπάντα= μένω αμετάπειστος, ανυποχώρητος
coger, pillar por banda, οικ, μτφ, πιάνω απο την μπάντα= για να μιλήσω ιδιαιτέρως, πλευρίζω, ξεμοναχιάζω ή για να επιτεθώ, ξεμοναχιάζω
de banda a banda, απ’ άκρη σ’ άκρη
quedarse en la banda, κάθομαι στην μπάντα= αποκλείομαι
sacar de banda, πδφ, εκτελώ πλάγιο άουτ
bandada 1. θ, σμήνος πτηνών
2. κοπάδι ψαριών
3. ομάδα ατόμων
4. κοπάδι ζώων
bandola 1. θ, μσκ, πρχ μαντολίνο
2. ναυ, προσωρινός ιστός, σαν μπάντα βοηθητική
venda πρχ μπάντα= κομμάτι υφάσματος για κάτι
1. θ, επίδεση, επίδεσμος για πληγή, γάζα
2. γάζα, επίδεσμος, επίδεση για μούμια
3. μτφ, κορδέλα για στολίδι
4. σνθ, venda de gasa, επίδεσμος γάζας
5. εκφ, quitarle a alguien la venda de los ojos, αφαιρώ την γάζα= ανοίγω τα μάτια του
tener una venda en los ojos, έχω γάζα στα μάτια= εθελοτυφλώ
caérsele a alguien la venda de los ojos, πέφτει η γάζα απο τα μάτια= ανοίγω τα μάτια μου
vendado, da 1. ε, πρχ μπαντα-ρισμένος, -η, -o, τυλιγμένος, -η, -o με επίδεσμο
vendaje 1. α, επίδεσμος, επίδεση σε αστράγαλο, μπράτσο, vendaje en tobillo, brazo
2. σνθ, vendaje enyesado, μπαντάρισμα εν-γύψο = γυψονάρθηκας
vendar 1. ρμ, πρχ μπαντάρω= επιδένω με γάζα, le vendaron el tobillo en la enfermería,
του επίδεσαν τον αστράγαλο στο νοσοκομείο
2. ραντ, μπαντάρομαι, επιδένομαι
vendo 1. α, ούγια, παρυφή (άκρη) υφάσματος
desvendar 1. ρμ, πρχ ξε-μπαντάρω, αφαιρώ τους επιδέσμους
bandolera πρχ μπαντο-λιερα= μπαντα> ύφασμα> τσάντα με λουρί
1. θ, τσάντα με μεγάλο λουρί, που φοριέται χιαστί
2. τελαμώνας όπλου
3. εκφ, a la, en bandolera, χιαστί
bandolero, ra 1. α θ, ληστής, επειδή ήταν σε μπάντα συμμορίας
ή έφευγε με τα λεφτά σε μπαντολέρα> τσάντα
bandolerismo 1. α, ληστοκρατία
bandolina 1. θ, μσκ, πρχ μαντολίνο
2. υλικό για μπαντάρισμα> στερέωμα μαλλιού
banasta πρχ β-αναστα> κ-άνιστρο= δοχείο για μεταφορά
1. θ, καλάθι, κοφίνι
banastero, ra 1. α θ, καλαθοποιός
banasto 1. α, πανέρι
embanastar πρχ εν-κανιστρώνω
1. ρμ, βάζω στο καλάθι πράγματα
2. μτφ, για άτομα, στριμώχνω, σαν σε κάνιστρο
desembanastar πρχ ξε-κανιστρώνω
1. ρμ, για πράγμα, φρούτα, βγάζω από το καλάθι
2. μτφ, για όπλο, σπαθί, τραβώ, βγάζω από τη θήκη το όπλο