BANCO= ΠΡΧ ΠΑΓΚΟΣ, ΤΡΑΠΕΖΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
banca πρχ πάγκα, παγκάκι
1. θ, πάγκος πωλητή
2. παγκάκι
3. ναυ, είδος φιλιππινέζικης πιρόγας, σαν πάγκος
4. εμπ, δραστηριότητα τράπεζας
5. εμπ, σύνολο τράπεζών , τραπεζικός τομέας
6. μπάνκα σε παιχνίδια με χαρτιά
7. σνθ, banca electrónica, telefónica, ηλεκτρονικές, τηλεφωνικές τραπεζικές υπηρεσίες banca oficial κρατική τράπεζα
banca privada ιδιωτική τράπεζα
banca de hielo, παγόβουνο
8. εκφ, copar la banca, καπαρώνω=ποντάρω ποσό ίσο με μπάνκα
hacer saltar la banca, κάνω να σαλτάρει= τινάζω τη μπάνκα στον αέρα
ser banca, κάνω μάνα στο χαρτοπαίγνιο
bancada 1. θ, πέτρινο παγκάκι
2. πάγκος σαν τραπέζι
3. ναυ, σέλμα, πάγκος κωπηλάτη
4. μχν, βάση
5. ορυ, βαθμίδα σε ορυχείο
bancar πρχ στέκω σαν πάγκος σε κάποιον
1. ρμ, μτφ, στηρίζω κάποιον, quiero que me banques, θέλω να με στηρίξεις
2. μτφ, αντέχω κάποιον, κάτι, σαν πάγκος, no lo banco más, δεν το αντέχω άλλο
3. πάω στον πάγκο και πληρώνω τα έξοδα για όλους σε έξοδο
bancario, ria πρχ παγκ-άριο= τραπεζικό
1. ε, τραπεζικός, -ή, -ó, crédito barcario, τραπεζική πίστωση
domiciliación bancada, πληρωμή μέσω τραπεζικής εντολής
servicios bancarios, τραπεζικές υπηρεσίες
2. α θ, υπάλληλος τραπέζης
interbancario 1. ε, δια-τραπεζικός, -ή, -ό
bancarizar πρχ παγκο-ποιώ= τραπεζο-ποιώ
1. ρμ, τραπεζο-ποιώ κοινότητα, ανθρώπους, αναπτύσσω δραστηριότητες τραπεζικές,
hay que bancarizar a las personas que viven en las zonas rurales,
πρέπει να τραπεζο-ποιηθούν τα άτομα που ζούν σε περιοχές αγροτικές
bancarización 1. θ, τραπεζο-ποίηση, la bancarización de las operaciones financieras,
η τραπεζο-ποίηση των συναλλαγών
bancarrota 1. θ, πρχ μπάνκα-ρηκτή> σπασμένη= πτώχευση, χρεωκοπία
2. εκφ, declararse en bancarrota, κηρύσσω πτώχευση
estar en bancarrota, είμαι σε χρεοκοπία, χρεοκοπώ
ir a la bancarrota, οδεύω προς πτώχευση
banco πρχ πάγκος
1. α, πάγκος, παγκάκι, un banco del parque, ενα παγκάκι του πάρκου
2. μτφ, τράπεζα, επειδή είχε πάγκο
3. πάγκος εργασίας
4. μτφ, τράπεζα οργάνων
5. μτφ, κοπάδι ψαριών, σαν πάγκος, un banco de atunes, ένα κοπάδι τόνους
6. ατκ, σοφίτα
7. γωλ, στρώμα
8. ναυ, ύφαλος
9. ορυ, κοίτασμα με κάθετη, οριζόντια επιφάνεια, σαν πάγκος
10. σνθ, banco hipotecario, τράπεζα υποθηκών
banco de crédito, χρηματοπιστωτικό ίδρυμα
banco industrial, βιομηχανική τράπεζα
Banco Mundial, Παγκόσμια Τράπεζα
banco público, κρατική τράπεζα
banco central, κεντρική τράπεζα
banco comercial, εμπορική τράπεζα
banco de inversiones, τράπεζα επενδύσεων
banco de pruebas, πάγκος δοκιμής= δοκιμή
banco de sangre, τράπεζα αίματος
banco de esperma, τράπεζα σπέρματος
banco de datos, πλφ, τράπεζα δεδομένων
banco azul, ποι, πάγκος μπλέ= τα έδρανα των υπουργών
banco de arena, πάγκος> αμμώδης ύφαλος
banco de hielo, ογκό-παγος
banco de niebla, πυκνό στρώμα ομίχλης
banco de pesca, κοπάδι ψαριών
bancocracia 1. θ, τραπεζοκρατία
banquero, ra πρχ παγκ-άρης
1. α θ, τραπεζίτης
2. μτφ, μπάνκα= μάνα του παιχνιδιού
banqueta πρχ παγκ-άκι
1. θ, πάγκος, παγκάκι
2. σκαμνί
3. υποπόδιο
4. στρ, πρόχωμα, σαν παγκάκι
5. ιππ, εμπόδιο, σαν παγκάκι
banquete πρχ μπανκέτ, φαγητό σε πάγκους
1. α, δεξίωση, asistir a un banquete, παρευρίσκομαι σε δεξίωση
2. φαγητό θεσπέσιο σε κάποιους, συμπόσιο
3. σνθ, banquete de gala, επίσημη δεξίωση
banquete de boda, δεξίωση γάμου
banquete eucarístico, ευχαριστία
banquillo πρχ παγκ-ούλης
1. α, αθλ, πάγκος ομάδας
2. μτφ, εδώλιο κατηγορουμένου
3. υποπόδιο
4. εκφ, calentar banquillo, οικ, αθλ, ζεσταίνω, κάθομαι πάγκο
colocar, sentar en el banquillo de los acusados, καθίζω στο εδώλιο του κατηγορουμένου
banquisa 1. θ, πρχ πάγκο-άις= ογκόπαγος
sotabanco 1. α, πρχ σο(φί)τα-πάγκος= σοφίτα σε σπίτι
2. ατκ, πρχ σ(τρ)ωτα-παγκο= πρώτη πέτρα για κατασκευή θόλου
bancal πρχ παγκ-ούλα
1. α, πεζούλα σε βουνό, βαθμίδα, campo de bancales, βαθμιδωτό έδαφος
2. πλαγιά σε καλλιέργεια, σαν πάγκος, bancal de lechugas, λαχανόκηπος
3. μτφ, αμμουδιά, πάγκος απο άμμο
banqueo 1. α, πρχ πάγκημα εδάφους= διαμόρφωση εδάφους σε βαθμίδες
búnquer, bunker 1. α, καταφύγιο για βομβαρδισμούς, σαν πάγκος υπόγειος
desbancar πρχ ξε-παγκίζω
1. ρμ, μτφ, ξε-παγκίζω κάποιον απο θέση εργασίας, εκτοπίζω απο την θέση του,
αποκαθηλώνω, el nuevo empleado desbancó a sus compañeros,
ο νέος υπάλληλος εκτόπισε τους συναδέλφους του
este ajedrecista ha desbancado a más de un campeón mundial,
αυτός ο σκακιστής έχει αποκαθηλώσει παραπάνω απο εναν παγκόσμιο πρωταθλητή
2. μτφ, εκτοπίζω κάποιον απο φιλία, σχέση και την κερδίζω εγώ,
sentía que sus hijos le habían desbancado ante su mujer,
ένιωθε πως τα παιδιά του τον είχαν εκτοπίσει έναντι της γυναίκας του
3. μτφ, τινάζω τη μπάνκα στον αέρα, κερδίζω όλα τα χρήματα, ξετινάζω,
siempre me desbancas en el monopoli, πάντα με ξετινάζεις στην μονόπολη
embancarse πρχ εμ-παγκίζομαι
1. ραντ, για πλοίο, μτφ, βγαίνω στη στεριά, προσαράζω, σαν να παγκίζω στην στεριά