BABEL= ΠΡΧ ΒΑΒΕΛ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
babel 1. α, οικ, μτφ, σαν βαβέλ= αχούρι, esta casa es una babel, αυτό το σπίτι είναι αχούρι 2. μτφ, βαβέλ, χάος, esa empresa es una babel, αυτή η εταιρεία είναι ένα χάος
3. οικ, μτφ, μπέρδεμα, μπάχαλο από ήχους, φασαρία,
La casa era un babel, con niños que corrían de una habitación a otra,
Το σπίτι ήταν βαβέλ, με παιδιά να τρέχουν από το ένα δωμάτιο στο άλλο
babélico, ca 1. ε, βαβελικός, -ή, -ό, που αναφέρεται στη Βαβέλ
Babilonia 1. ονο, ιστ, Βαβυλώνα, Βαβυλωνία
babilónico, ca 1. ε, βαβυλωνιακός, -ή, -ó, βαβυλώνιος, -α, -ο
2. μτφ, πολυτελής, -ής, -ές, una boda babilónica, ένας γάμος βαβυλωνιακός, πολυτελής
3. α θ, Βαβυλώνιος, Βαβυλώνια
babilonio, nia 1. ε, βαβυλωνιακός, -ή, -ό, βαβυλώνιος, -α, -ο
2. α θ, Βαβυλώνιος, Βαβυλώνια
babismo 1. α, θρη, βαβισμός, μπαμπισμός
bahaí 1. ε, θρη, μπαχάι
2. α θ, θρη, Μπαχάι
bahaísmo α, θρη, μπαχαϊσμός