BABA

BABA= ΗΧΜ ΜΠΑ-ΜΠΑ> ΣΑΛΙΑ ΜΩΡΟΥ, ΠΡΧ ΒΑΡ-ΒΑΡΟΣ, ΒΑΒΟΥΡΑ, ΠΡΧ ΜΠΡΑΒΟΣ,

ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

baba ηχμ μπα-μπα μωρού= σάλιο

1. θ, σάλιο ατόμου

2. βλέννα, αφρός ζώου

3. χυμός φυτού

4. εκφ, caérsele la baba a alguien con alguien, πέφτουν τα σάλια με κάποιον=

είμαι ξετρελαμένος με κάποιον

echar baba, σαλιάζω, μου τρέχουν τα σάλια

tener mala baba, έχω παλιοχαρακτήρα

babada 1. θ, κότσι, σαν μπάλα

babaza 1. θ, σάλιο

2. γυμνο-σάλιαγκας

babear 1. ρμ, σαλιάζω, μου τρέχουν τα σάλια

2. για ζώο, αφρίζω, λυσσώ

3. οικ, μτφ, τρέχουν τα σάλια για κάτι, ξετρελαίνεται, babea con su sobrino,

είναι ξετρελαμένος με τον ανιψιό του

babeo 1. α, σάλιωμα, σαλιάρισμα

babera 1. θ, κάτω σιαγόνα περικεφαλαίας

babero 1. α, σαλιάρα μωρού

2. σχολική ποδιά, μαθητική ποδιά

3. οράριο κληρικού

babesiosis 1. θ, ιατ, βαβεσίωση, πιροπλάσμωση

babi, baby 1. α, σαλιάρα

babieca 1. ε, οικ, χαζούλης, -α, -ικο

babilla 1. θ, κότσι

2. μαγ, κότσι

babosa 1. θ, γυμνο-σάλιαγκας

babosear 1. ρμ, γεμίζω σάλια κάποιον, κάτι, le baboseó la blusa,

του ξέμισε σάλια την μπλούζα

2. μτφ, κάνω νάζια

baboseo 1. α, οικ, σαλιάρισμα

baboso, sa 1. ε, σαλιάρης, -α, -ικο, bebé muy baboso, πολύ σαλιάρικο μωρό

2. σαλιωμένος, -η, -ο

3. γλοιώδης, -ης, -ες, el jamón se ha quedado baboso, το ζαμπόν γλίτσιασε

4. ε, α θ, κολακευτικός, -ή, -ό, γλύφτικος, -η, -ο, γλύφτης, -α, γλοιώδης, -ης, -ες

5. ε, α, υτμ, για άντρα, κολακευτικός με γυναίκες, σαλιάρης, no soporto a los babosos,

δεν αντέχω τους σαλιάρηδες

5. ε, α θ, φιλήδονος, -η, -ο

rebabas πρχ περι-σαλιο απο κάτι

1. θ, κόρα μπογιάς, λάσπης

2. υλικό που περισσεύει και χύνεται έξω από καλούπι

bausán, ana 1. α θ, πρχ μπόμπος= κούκλα με ανθρώπινη μορφή γεμισμένη με άχυρο και ντυμένη με πανοπλία για να δέχεται χτυπήματα

2. μτφ, πρχ μπούφος, αγαθιάρης, -α

embausamiento 1. α, μένω σα μπόμπος, αφαίρεση απο πραγματικότητα

embaucar 1. ρμ, αφήνω μπόμπο κάποιον ή μπουκώνω με παραμύθια= εξαπατώ, ξεγελώ, παραπλανώ,

el falso médico embaucó a sus pacientes y desapareció con su dinero,

ο ψεύτικος ιατρός εξαπάτησε τους ασθενείς του και εξαφανίστηκε με το χρήμα τους,

tres detenidos por embaucar a una niña de 12 años para que les enviara fotos desnudas,

τρεις συλληφθέντες επειδή παραπλάνησαν ένα 12χρονο κορίτσι για να τους έστελνε γυμνές φωτογραφίες

embaucamiento 1. α, εξαπάτηση, ξεγέλασμα, παραπλάνηση

2. καλόπιασμα

embaucador, ra 1. ε, α θ, γαλίφης, -α, -ικο, κόλακας, μτφ όλο σάλια

2. α θ, απατεώνας, -ισσα, no te puedes fiar de él, es un embaucador,

δεν μπορείς να εμπιστευτείς αυτόν, είναι ενας απατεώνας

bebé 1. α, πρχ μπέμπης, μωρό, ¡qué bebé tan mono! τι όμορφο μωρό!

2. σνθ, bebé probeta, παιδί του σωλήνα

bebito, ta 1. α θ, μωράκι

bobo πρχ μπόμπος

1. α, θτρ, κλόουν, κωμικός, le han dado el papel de bobo,

του έδωσαν τον κωμικό ρόλο

bobo, ba 1. ε, μπουμπούνας= κουτός, -ή, -ό, χαζός, -ή, -ó

¡a veces pareces bobo!, ώρες ώρες κάνεις σαν χαζός!

2. αφελής, -ής, -ές, ¡qué boba es!, τι αφελής που είναι

3. α θ, βλάκας

4. αφελής, es un bobo que se lo traga todo, είναι ένας αφελής που τα χάφτει όλα

5. σνθ, bobo de capirote, οικ, βλάκας με κάπα(ροτε) = περι-κεφαλαία

6. εκφ, a los bobos se les aparece la madre de Dios, μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι

el bobo de Coria, o χαζός του χωριού

entre bobos anda el juego, μεταξύ κατεργαρέων ειλικρίνεια

hacer el bobo, παριστάνω τον χαζό

bobear πράττω σαν μπόμπος

1. ρα, κάνω χαζομάρες, ¡deja de bobear!, σταμάτα τις χαζομάρες!

2. λέω βλακείες ¡cállate y deja de bobear!

σώπασε και σταμάτα να λες βλακείες!

3. χάνω τον καιρό μου, χάσκω, en vez de bobear estudia,

αντί να χαζεύεις μελέτησε

bobada πρχ μπουμπουνιά

1. θ, χαζομάρα, σαχλαμάρα, βλακεία, ¡no digas bobadas! μη λες χαζομάρες!

2. μφ, μικροπράγματα, te he comprado una bobada, σου αγόρασα ένα μικροπράμα

se enfada por bobadas, θυμώνει για μικροπράγματα

bobales 1. ε, α θ, οικ, χαζός, -ή, -ó, χαζοβιόλης, -α, -ικο

bobalicón, ona 1. ε, οικ, αγαθός, -ή, -ó, σαχλός, -ή, -ó,

2. α θ, χαζούλιακας, χαϊβάνι

bobamente 1. επρ, βλακωδώς, ηλιθιωδώς

2. αμελώς, επιπόλαια, ¡lo haces todo bobamente!

πάντα τα κάνεις όλα όπως όπως

3. χωρίς κόπο, he aprobado bobamente, sin estudiar,

πέρασα τις εξετάσεις χωρίς κόπο, δίχως διάβασμα

bobería 1. θ, ανοησία, ηλιθιότητα

calabobos 1. α, πρχ καλαρει-βομβους= ψιχάλισμα, ψιλόβροχο

babuino 1. α, μπαμπουίνος

baby boom 1. α, baby-boom, έκρηξη γεννήσεων

baby sitter, baby-sitter 1. α, μπέιμπι-σίτερ

balalaica, balalaika 1. θ, μπαλαλάικα

abobar 1. ρμ, κάνω μπόμπο κάποιον= αποβλακώνω, ζαλίζω,

tanta televisión le abobó, τόση τηλεόραση τον αποβλάκωσε

2. μτφ, αφήνω σαν μπόμπο> έκπληκτο, χαζεύω, los fuegos artificiales nos abobaban,

τα πυροτεχνήματα μας χάζεψαν, άφησαν έκπληκτους

3. ραντ, αποβλακώνομαι

abobado, da 1. ε, μπουμπουνιασμένος, -η, -ο, αποβλακωμένος, -η, -ο, ζαβλακωμένος, -η, -ο,

κουτός, -ή, -ό

abobamiento 1. α, αποβλάκωμα, αποβλάκωση, χάζεμα, μπουμπούνιασμα ατόμου,

sin embargo lo que sí viene de acuerdo a la Biblia es un abobamiento satánico presidido por una crisis económica mundial, ωστόσο αυτό που έρχεται σύμφωνα με τη Βίβλο είναι μια σατανική αποβλάκωση προεδρευόμενο από μια παγκόσμια οικονομική κρίση

embobar 1. ρμ, αφήνω μπόμπο κάποιον, καταπλήσσω,

el jugador emboba al público, o παίκτης καταπλήσσει το κοινό

2. σαγηνεύω, ξελογιάζω, me ha embobado con promesas de amor eterno,

με έχει ξελογιάσει με υποσχέσεις αιώνιας αγάπης

3. ραντ, μένω μπόμπος, κατάπληκτος, se embobó ante el mago,

έμεινε κατάπληκτος μπροστά στο μάγο

embobado, da 1. ε, σαν μπόμπος= σαστισμένος, -η, -ο απο κάτι,

estoy embobado por la noticia, είμαι σαστισμένος απο την είδηση

2. αποχαυνωμένος, -η, -ο, una mirada embobada, ενα βλέμμα αποχαυνωμένο

3. εκφ, quedarse embobado, μένω κατάπληκτος, άναυδος

tener a alguien embobado, αφήνω κάποιον κατάπληκτο, άναυδο

embobamiento 1. α, κατάπληξη απο θαυμασμό

2. αποχαύνωση

3. σαστιμάρα

embobecer 1. ρμ, αποχαυνώνω, αποβλακώνω

embobecimiento 1. α, αποχαύνωση, αποβλάκωση

balbucear ρα, ρμ, ηχμ μπαλ-μπου ή πρχ βαβίζω> μιλάω, διαβάζω δύσκολα=

τραυλίζω, ψελλίζω, ψευδίζω, balbuceaba unas pocas palabras, ψεύδιζε μερικές λέξεις

balbuceo 1. α, τραυλισμός, ψέλλισμα, ψεύδισμα

el balbuceo de un niño, το ψεύδισμα ενός παιδιού

2. μτφ, τα πρώτα βήματα σε κάτι, σαν μπουσούλισμα,

los balbuceos de la música moderna, τα πρώτα βήματα της μοντέρνας μουσικής

balbuceante 1. ε, πρχ βαβίζων> μιλά σα μπέμπης= τραυλός, -ή, -ó, τραυλίζων, -ουσα, -ον,

un muchacho balbuciente, ενα αγόρι τραυλό,
una pronunciación balbuciente, μια προφορά τραυλίζουσα

2. μτφ, σα να μπουσουλά, μπουσουλάτος, -η, -ο, αβέβαιος, -η, -ο, διστακτικός, -ή, -ό,

Hasta entonces la resistencia había sido bastante tímida y balbuceante,

Μέχρι τότε η αντίσταση ήταν αρκετά δειλή και διστακτική

balbucir 1. ρα, ρμ, τραυλίζω, ψελλίζω, ψευδίζω

balbuciente 1. balbuceante

2. μτφ, που κάνει τα πρώτα βήματα, μπουσουλάτος, -η, -ο, στα σπάργανα,

el baloncesto en aquel entonces era un deporte aún balbuciente,

το μπάσκετ εκείνη την εποχή ήταν ενα άθλημα ακόμα στα σπάργανα

bárbaro 1. α, ιστ, βάρβαρος

2. άτομο τραχύ, βάρβαρος

bárbaro, ra 1. ε, ιστ, βάρβαρος, -η, -o

2. μτφ, άξεστος, -η, -o, χοντροκομμένος, -η, -ο, tenía un gerente que era un bárbaro,

είχα ενα διευθυντή που ήταν ενας άξεστος

3. βίαιος, -α, -ο, βάναυσος, -η, -ο, eres un bárbaro, no trates así al perro,

είσαι βάναυσος, μην φέρεσαι έτσι στον σκύλο

4. οικ, καταπληκτικός, ή, -ó, una cena bárbara, ενα δείπνο καταπληκτικό

5. οικ, για μέγεθος, ποσότητα, φοβερός, -ή, -ó, hace un frío bárbaro, κάνει ψοφό-κρυο

6. μτφ, ανώριμος, -η, -ο, ανόητος, -η, -ο, no seas bárbaro y conduce más despacio,

μην είσαι ανώριμος και οδήγησε πιο αργά

7. α θ, ιστ, βάρβαρος, -η

8. εκφ, qué bárbaro, για να δηλώσεις έκπληξη, θαυμασμό, φοβερό, απίστευτο

bárbaro 1. επρ, οικ, υπέροχα, τέλεια, φοβερά, trabaja bárbaro, κάνει φανταστική δουλειά bárbaro 1. επφ, σούπερ

bárbaramente 1. επρ, βάρβαρα, βάναυσα, με σκληρότητα

2. μτφ, εξαιρετικά, καταπληκτικά

barbaridad 1. θ, βαρβαρότητα, βαναυσότητα, σκληρότητα

2. φρικαλεότητα, durante la guerra se cometieron barbaridades,

κατά τη διάρκεια του πολέμου διαπράχθηκαν φρικαλεότητες

3. τρέλα, ανοησία, ανωριμότητα, es una barbaridad que lo hagas,

είναι ανοησία αν το κάνεις

4. εκφ, decir barbaridades, λέω χοντράδες

hacer barbaridades, κάνω ανοησίες

una barbaridad, πάρα πολύ

barbarie 1. θ, βαρβαρότητα σε τρόπους, πράξη

barbarismo 1. α, γλγ, βαρβαρισμός, προφορά, γραφή λάθος ή λάθος χρήση λέξεων

barbotar 1. ρμ, ρα, πρχ βαρ-βατ-ίζω= προφέρω με ακαταλαβίστικο τρόπο, μουρ-μουράω

barboteo 1. α, ακαταλαβίστικη άρθρωση, μουρμούρισμα

2. παφλασμός νερού

barbarote, ta 1. ε, α θ, άξεστος, -η, -o, αγροίκος, -α, -ο

2. άφοβος, -η, -o σαν βάρβαρος

barbullar 1. ρα, πρχ βαρ-βουλίζω= μιλώ με ακαταλαβίστικο τρόπο

barbulla 1. θ, πρχ βαβούρα, σαματάς

barbullón, na, barbullador, ra 1. ε, α θ, πρχ βαρβουλίζων= που μπερδεύει τη γλώσσα του

bravo 1. α, πρχ μπράβο= επευφημία, los bravos por la victoria,

οι επευφημίες για την νίκη

bravo 1. επφ, μπράβο ¡bravo, lo has hecho muy bien! μπράβο, το έκανες πολύ καλά!

bravo, a πρχ μπράβος> βάρβαρος> στοιχεία του βάρβαρου

1. ε, άγριος, -α, -ο, θηριώδης, -ης, -ες, el toro más bravo, o πιο άγριος ταύρος

2. γενναίος, -α, -o, los hombres más bravos, οι γενναιότεροι άνδρες

3. με δυνατό χαρακτήρα, σκληρός, -ή, -ό

4. ευερέθιστος, -η, -ο, ευέξαπτος, -η, -ο

5. μτφ, καλός, -ή, -ό, εξαιρετικός, -ή, -ό, φοβερός, -ή, -ό

ή ειρ, φοβερός, -ή, -ό, bravo oponente estás tú hecho, φοβερός αντίπαλος έχεις γίνει εσύ

6. άξεστος, -η, -ο

7. φουρτουνιασμένος, -η, -ο, μανιασμένος, -η, -ο, el mar se ha puesto bravo,

η θάλασσα αγρίεψε

8. για έδαφος, κακοτράχαλος, -η, -o

9. μτφ, μπράβος, παλικαράς, νταής, κομπασμένος, -η, -ο

10. εκφ, a, por las bravas, με τη βία, με το ζόρι, se los llevaron por las bravas,

τους πήραν με τη βία

bravamente σαν βάρβαρος, μπράβος

1. επρ, γενναία, en la guerra se comportó bravamente, στον πόλεμο έδειξε γενναιότητα

2. άφθονα, ha llovido bravamente, έβρεξε με το τουλούμι

3. άριστα, τέλεια

bravata πρχ μπραβιλίκι

1. θ, νταϊλίκι, απειλή, déjate de bravatas, άσε τα νταϊλίκια

2. φανφαρονισμός

bravear πρχ μπραβίζω

1. ρα, απειλώ, κάνω το νταή

2. καυχιέμαι

braveza 1. θ, γενναιότητα, ανδρεία

2. επιθετικότητα, αγριότητα ζώου

la braveza del toro, η αγριότητα του ταύρου

3. αγριάδα, μανία θάλασσας, αέρα, la braveza del mar, η μανία της θάλασσας

bravio, a 1. ε, για άτομο, πνεύμα, ατίθασος, -η, -o

un hombre de espíritu bravio, ένας άνθρωπος με ατίθασο πνεύμα

2. για ζώο, άγριος, -α, -o, domesticar el caballo bravio,

εξημερώνω το άγριο άλογο

3. για φυτό, άγριος, -α, -o, las hierbas bravias, τα αγριό-χορτα

4. για θάλασσα, φουρτουνιασμένος, -η, -ο

bravio 1. α, επιθετικότητα, αγριότητα ζώου

bravísimo 1. επφ, εύγε, μπράβο

bravuconear 1. ρα, κομπάζω, καυχιέμαι

bravuconería 1. θ, κομπασμός, αλαζονεία, έπαρση, odio su bravuconería,

απεχθάνομαι την αλαζονεία του

2. για λόγια, κομπασμός, καυχησιολογία

bravucón, ona 1. ε, για άτομο, συμπεριφορά, που δίνει μπράβο στον εαυτό του = καυχησιάρης, -α, -ικο, no me gusta su comportamiento bravucón,

δεν μου αρέσει η καυχησιάρικη συμπεριφορά του

2. ταυ, επιθετικός, -ή, -ό

3. α θ, φανφαρόνος, κομπαστής, -ια, es un bravucón, είναι φανφαρόνος

bravuconada 1. θ, φανφαρονισμός, κομπασμός, καυχησιολογία

bravura 1. θ, αγριότητα, la bravura del león, η αγριότητα του λιονταριού

2. επιθετικότητα ταύρου

3. γενναιότητα, ανδρεία ατόμου, demostró su bravura en la guerra,

έδειξε τη γενναιότητά του στον πόλεμο

4. αγριάδα, μανία θάλασσας, αέρα, la bravura del mar, η μανία της θάλασσας

desbravar 1. ρμ, ραντ, για άλογα, πρχ ξε-βαρβαρίζω= εξημερώνω, δαμάζω, δαμάζεται,

el caballo se desbravó, το άλογο δαμάστηκε

2. ραντ, για ποτό, ξε-θυμαίνω, el vino se ha desbravado, το κρασί έχει ξεθυμάνει

3. για ρεύμα νερού, ξε-φουσκώνω, χάνω την ορμή μου

4. ρμ, ραντ, για άτομο, ξε-θυμώνω, habla con él a ver si le desbravas,

μίλα μαζί του να δώ αν τον ξεθυμώσεις

desbravecer 1. desbravar

desembravecer 1. ρμ, ραντ, για ζώο, δαμάζω, δαμάζομαι, εξ-ημερώνω

2. για άτομο, ξεθυμώνω, κατευνάζομαι

embravecer 1. ρμ, πρχ εμ-βαρβαρίζω= εξοργίζω

2. ραντ, για ζώο, άτομο, θυμώνω, μαίνομαι, αγριεύω

2. για θάλασσα, καταιγίδα, μαίνομαι, φουρτουνιάζω

3. για φυτά, φουντώνω

embravecido, da 1. ε, για άτομο, ζώο, μαινόμενος, -η, -o, εξοργισμένος, -η, -ο

2. για νερά, φύση, τρικυμιώδης, -ης, -ες, αγριεμένος, -η, -ο

3. για φυτά, φουντωμένος, -η, -ο

embravecimiento 1. α, για άτομο, ζώο, μανία, οργή, αγριάδα

2. για θάλασσα, αέρα, μανία

Scroll to Top