AZUL

AZUL= ΠΡΧ ΑΘΟΥΛ> ΘΑΛΑΣΣΙ> ΜΠΛΕ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

azurita 1. θ, αζουρίτης

lazulita 1. θ, ορυ, λαζουρίτης

azul πρχ αθουλ> θαλασσί> μπλε

1. ε, μπλε, una camisa azul, ένα μπλε πουκάμισο

2. μτφ, για ψάρι, λιπαρός, -ή, -ó, el consumo de pescado azul,

η κατανάλωση λιπαρών, γαλάζιων ψαριών

3. α, χρώμα μπλε, pintaron la casa de azul έβαψαν το σπίτι μπλε

4. σνθ, azul celeste, cielo, ουρανί, θαλασσί

azul claro, γαλάζιο

azul marino, ναυτικό μπλε

azul turquesa bleu, τυρκουάζ

azul turquí, λουλακί

azul verdoso, πετρόλ

azul de cobalto, μπλε του κοβαλτίου

azul de ultramar, ultramarino, ultramaro μπλε ουλτραμαρίν

azul eléctrico, μπλε ελεκτρίκ

azulado, da 1. ε, μπλε, γαλαζωπός, -ή, -ό, λουλακής, -ιά, -ί

azulado 1. α, κυάνωση

azular 1. ρμ, βάφω, χρωματίζω μπλε

azulear 1. ρα, μπλεδίζω, ¡Tu pelo está azuleando! – ¡Ya sé! Es por el shampú que estuve usando para el pelo gris, Τα μαλλιά σου θαλασσίζουν> μπλεδίζουν! – Το ξέρω! Είναι λόγω του σαμπουάν που χρησιμοποιώ για τα γκρίζα μαλλιά μου

2. πλησιάζω το μπλε

azulejo 1. α, μτφ, πορσελάνινο πλακάκι, επειδή μοιάζει με θαλασσί χρώμα

2. διακοσμητικό πλακάκι, επισμαλτωμένο κεραμικό πλακάκι

3. βοτ, κενταύρια

azulejar 1. ρμ, βάζω πλακάκια, El dueño anterior decidió azulejar todas las paredes del baño,

Ο προηγούμενος ιδιοκτήτης αποφάσισε να βάλει πλακάκια σε όλους τους τοίχους του μπάνιου

azulejería 1. θ, επένδυση με πλακάκια

2. επάγγελμα πλακόστρωσης

azulenco, ca 1. ε, μπλε, γαλαζωπός, -ή, -ó

azulete 1. α, λουλάκι

2. εκφ, dar azulete, βάφω, χρωματίζω μπλε

azulgrana 1. ε, θαλασσί-κόκκινος, -η, -ο, el equipo azulgrana, οι ομάδα μπλαουγκράνα,

η ποδοσφαιρική ομάδα της Μπαρτσελόνα

2. α θ, οπαδός της ποδοσφαιρικής ομάδας της Μπαρτσελόνα, μπλαουγκράνα

3. παίκτης της ποδοσφαιρικής ομάδας της Μπαρτσελόνα, μπλαουγκράνα

azulino, na 1. ε, γαλαζωπός, -ή, -ó

azulón, ona 1. ε, ναυτικό μπλε, un traje azulón, ένα κοστούμι σε χρώμα ναυτικό μπλε

azulón 1. α, ναυτικό μπλε

2. ορν, πρασινοκέφαλη πάπια

azuloso, sa 1. ε, μπλε, γαλαζωπός, -ή, -ó

azur 1. ε, α, βαθυ-γάλαζος, -η, -ο, κυανός, -ή, ό, βαθυγάλαζο, κυανό

Scroll to Top