AZUFRE

AZUFRE= ΠΡΧ ΑΘΟΥΦΡΕ> ΘΕΙΑΦΙ, ΠΡΧ ΣΟΥΛΦΙΔΙΟ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

sulfuro 1. α, χημ, σουλφίδιο, υδροθειικό άλας

sulfuroso, sa 1. ε, χημ, θειώδης, -ης, -ες

sulfamida 1. θ, χημ, σουλφοναμίδη

sulfato 1. α, χημ, θειικό άλας

sulfúreo, a 1. ε, χημ, θειούχος, -ος, -o

sulfúrico, ca 1. ε, χημ, θειικός, -ή, -ó, ácido sulfúrico θειικό οξύ

sulfurizar 1. ρμ, χημ, θειώνω

sulfatación 1. θ, χημ, σούλφωση

sulfatado, da 1. ε, χημ, σουλφονικός, -ή, -ó

sulfatado 1. α, χημ, θειάφισμα

sulfatador, ra 1. ε, τχν, θειαφιστικός, -ή, -ό, που θειαφίζει

2. α θ, θειαφιστής, -ια, άτομο που θειαφίζει, ψεκαστής αμπέλου

sulfatador 1. α, θειαφιστήρι

sulfatadora 1. θ, θειαφιστήρι

sulfatar 1. ρμ, θειώνω, θειαφίζω

2. ραντ, διαρρέω από μπαταρία

sulfhídrico, ca 1. ε, χημ, υδροθειικός, -ή, -ó, ácido suljhldrico, υδροθειικό οξύ

sulfitado 1. α, χημ, θείωση

sulfito 1. α, χημ, άλας του θειικού οξέος, θειώδες νάτριο

sulfocarbonato 1. α, χημ, θειάνθρακας

sulfocarbónico, ca 1. ε, χημ, θειανθρακικός, -ή, -ó

sulfonación 1. θ, χημ, σουλφόνωση

sulfonal 1. α, χημ, χημικό σκεύασμα με υπνωτικές ιδιότητες

sulfonato 1. α, χημ, σουλφονικό άλας

sulfosal 1. θ, χημ, ανόργανο θειικό άλας

sulfuración 1. θ, χημ, θειόνωση

sulfurado, da 1. ε, χημ, θειωμένος, -η, -o

solfatara 1. θ, γωλ, θειωνία

sulfurar 1. ρμ, χημ, θειώνω

2. οικ, μτφ, εξαγριώνω, εξοργίζω, πρχ σουλ-φουρ-ιαζω> έχω φούρια> συ-φυλιάζω

3. ραντ, εξαγριώνομαι, εξοργίζομαι, πρχ συ-φυλιάζομαι

desulfurar 1. ρα, κάνω αποθείωση

desulfuración 1. θ, αποθείωση

bisulfato 1. α, χημ, όξινο θειικό

2. σνθ, bisulfato de sodio, διθειικό νάτριο

bisulfito 1. α, χημ, όξινο θειώδες

2. σνθ, bisulfito de potasio, διθειώδες κάλιο

bisulfuro 1. α, χημ, όξινο θειούχο

2.σνθ, bisulfuro de molibdeno, διθειούχο μολυβδαίνιο

protosulfuro 1. α, χημ, πρωτοθειούχο

azufre 1. α, θείο, θειάφι

2. σνθ, azufre vegetal, σκόνη κίτρινου χρώματος από σπόρους λυκοπόδιου

azufre vivo, αυτοφυές θείο

azufrar 1. ρμ, ρίχνω θειάφι

2. θειαφίζω αμπέλι

3. αποστειρώνω βαρέλι με θείο

azuframiento 1. α, θειάφισμα

azufrera 1. θ, ορυχείο θειαφιού, θειωρυχείο

azufroso, sa 1. ε, θειούχος, -ος, -ο

azufrado, da 1. ε, θειαφισμένος, -η, -o

azufrado 1. α, θειάφισμα φυτών, de plantas

2. σουλφούρωση

azufrador 1. α, δεξαμενή κατεργασίας μαλλιού με καπνό από θειάφι

2. θειωτήρας, θειαφιστήρι

Scroll to Top