AYUDA= ΠΡΧ ΑΓΙΟΥΔΑ> ΥΠΟ ΤΗΝ ΑΙΓΙΔΑ, ΣΤΗΡΙΞΗ ΑΠΟ ΚΑΠΟΙΟΝ, ΒΟΗΘΕΙΑ, ΒΟΗΘΩ,
ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ
ayuda πρχ β-οή-θα
1. θ, υλική, άυλη βοήθεια, αρωγή, συνδρομή, necesito ayuda, χρειάζομαι βοήθεια
Necesitamos la ayuda de un experto con el proyecto,
Χρειαζόμαστε τη βοήθεια ενός ειδικού για το έργο
2. βοήθεια προς κάποιον, gritó pidiendo ayuda, φώναξε ζητώντας βοήθεια
3. βοήθεια ψυχική, στήριγμα, υποστήριξη, su padre fue su única ayuda,
o πατέρας του υπήρξε το μοναδικό του στήριγμα
4. βοήθεια σαν ελεημοσύνη, una ayuda, por favor, μια βοήθεια, παρακαλώ
5. ιατ, μτφ, κλύσμα
6. αθλ, ασίστ στο μπάσκετ
7. πλφ, βοήθεια
8. ιππ, ερεθίσματα του ιππέα στο άλογο με μαστίγιο, σπιρούνια, φωνή, για να υπακούσει στις διαταγές του
9. α, μτφ, βοηθός σαν υπηρέτης, ayuda de cámara, θαλαμηπόλος
10. σνθ, ayuda al desarrollo, οκν, αναπτυξιακή βοήθεια
ayuda crediticia, οκν, πιστωτική βοήθεια
ayuda de costa, πριμ, επίδομα
ayuda de parroquia, θρη, βοήθεια της ενορίας της εκκλησίας
ayuda en carretera, οδική βοήθεια
ayuda familiar, οικογενειακό επίδομα
ayuda financiera, οικονομική βοήθεια
ayuda humanitaria, ανθρωπιστική βοήθεια
ayuda mutua, αλληλο-βοήθεια
11. εκφ, acudir en ayuda de alguien, προστρέχω σε βοήθεια κάποιου,
los policias acudieron en su ayuda, οι αστυνομικοί έσπευσαν να τον βοηθήσουν
contar con la ayuda de alguien, υπολογίζω στη βοήθεια κάποιου,
contó con la ayuda de sus amigos para hacer la mudanza,
υπολόγισε, είχε τη βοήθεια των φίλων του στη μετακόμιση
no necesitar ayuda del vecino, οικ, μτφ, δεν έχω ανάγκη του γείτονα= τη βοήθεια κανενός
prestar ayuda, προστέκω> συνδράμω με βοήθεια ή βοηθώ, δίνω ένα χέρι βοήθειας
ser de gran ayuda, είναι μεγάλης βοηθείας, κάτι είναι πολύτιμο, πολύ χρήσιμο,
me es de gran ayuda, μου είναι πολύ χρήσιμο
servir de ayuda, σερβίρει=είναι σαν βοήθεια, las muletas le sirven de ayuda para caminar,
οι πατερίτσες τον βοηθούν στο περπάτημα
ayudar πρχ β-οηθώ
1. ρμ, βοηθώ κάποιον ή συνεργάζομαι σε κάτι, me ayudó a pintar la casa,
με βοήθησε να βάψω το σπίτι
¿Puedes ayudarme a mover este sofá?
Μπορείτε να με βοηθήσετε να μετακινήσω αυτόν τον καναπέ;
los países ricos tienen programas para ayudar al Tercer Mundo,
οι πλούσιες χώρες έχουν προγράμματα για να βοηθήσουν τον Τρίτο κόσμο
2. ραντ, αλληλο-βοηθιέμαι, συνεργάζομαι, si nos ayudamos será mejor,
αν αλληλο-βοηθηθούμε θα είναι καλύτερα
3. ayudarse de, con, βοηθιέμαι από κάτι, κάποιον, το χρησιμοποιώ για κάτι,
se ayudaba con las muletas para andar, βοηθιόταν με τις πατερίτσες για να περπατά
ayudanta 1. θ, βοηθός γυναίκα σε χειρονακτικές εργασίες,
la nueva ayudanta de tu tienda es muy eficaz, η νέα βοηθός του μαγαζιού είναι πολύ καλή
ayudante 1. α θ, πρχ βοηθών= βοηθός, συνεργάτης, -ιδα
2. βοηθός καθηγητή, -ιας
3. σνθ, ayudante de cocina, βοηθός μάγειρα
ayudante de dirección, βοηθός σκηνοθέτη
ayudante de laboratorio, βοηθός εργαστηρίου
ayudante de obras públicas, τεχνικός σε δημόσια έργα
ayudante de operador cine, βοηθός χειριστή
ayudante de peluquería, μαθητευόμενος κομμωτής
ayudante técnico sanitario, ιατ, υπο-νοσοκόμος
ayudante 1. α, στρ, ανθυπασπιστής, υπασπιστής
2. σνθ, ayudante de campo, υπασπιστής
ayudantía 1. θ, δουλειά βοηθού
2. αξίωμα βοηθού
3. γραφείο βοηθού
ayudado 1. α, ταυ, κίνηση ταυρομάχου όπου κρατάει το κόκκινο πανί και με τα δύο του χέρια για να βοηθηθεί για το χτύπημα
adyuvante 1. ε, επι-βοηθητικός, -ή, -ό
2. επι-κουρικός, -ή, -ό
coadyuvar 1. ρα, πρχ συμ-βοηθώ, συνεισφέρω, συνεργάζομαι σε κάτι,
coadyuvar a, con, en, coadyuvaron a los ingresos, συνεισέφεραν στα έσοδα
coadyuvante 1. ε, συμ-βοηθητικός, -ή, -ό σε κάτι, ενισχυτικός, -ή, -ό,
factores coadyuvantes, ενισχυτικοί παράγοντες
coadyuvador, ra 1. α θ, βοηθός
coadjutor, ra, coadyutor, ra 1. α θ, θρη, βοηθός κληρικού,
2. συνεπίκουρος, -ρη σε κάτι