AVΕ= ΠΡΧ ΑΒΕ> ΑΥΓΟ> ΠΤΗΝΟ, ΠΟΥΛΙ, ΑΕΡΟΠΛΑΝΟ, ΠΡΧ ΩΟΝ> ΑΥΓΟ,
ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
oolítico, ca 1. ε, γωλ, ωολιθικός, -ή, -ó
oolito 1. α, γωλ, ωόλιθος
oosfera 1. θ, βοτ, ωόσφαιρα
oospora 1. θ, ωοσπόριο
ooteca 1. θ, εντ, ωοθήκη εντόμου
huevo πρχ αυγό
1. α, αυγό ζώου
2. για μαντάρισμα, huevo para zurcir, αυγό μανταρίσματος καλτσών
3. βιο, ζυγωτό, ζυγώτης
4. σνθ, huevo batido, χτυπημένο αυγό
huevo de Colón, αυγό του Κολόμβου
huevo de Pascua, σοκολατένιο πασχαλινό αυγό
huevo duro, σφιχτό αυγό
huevo escalfado, escaldado αυγό (σκαφάτο) ποσέ
huevo frito, τηγανιτό αυγό
huevo huero, ιατ, κλούβιο αυγό
huevo pasado por agua, αυγό μελάτο
huevos al plato, αυγά μάτια
huevos con jamón, αυγά με χοιρομέρι
huevos revueltos, moles αυγά σκραμπλ, μπρουγιέ
5. εκφ andar, ir pisando huevos οικ, βαδίζω πατώντας αυγά, εξαιρετικά αργά
no (es tanto) por el huevo, sino por el fuero είναι ζήτημα αρχής
parecerse como un huevo a otro huevo, μοιάζω σα δυο σταγόνες νερό
parecerse como un huevo a una castaña, διαφέρω σαν τη (αυγό) μέρα με τη (κάστανο)νύχτα
ponerle algo a huevo a alguien οικ, διευκολύνω τη δουλειά κάποιου
salir del huevo, βγαίνω από το αυγό
un huevo, δίνει έμφαση= πολύ, τρομερά, me duele un huevo, με πονάει τρομερά
costar un huevo, κοστίζει τα μαλλιοκέφαλα
venir algo a huevo a alguien, οικ, έρχομαι την κατάλληλη στιγμή, στο τσακ
¡y un huevo! και τίποτα άλλο!
huevos 1. α πλ. χυδ, μτφ, κότσια, αρχίδια
2. εκφ, estar hasta los (mismísimos) huevos, το ποτήρι ξεχείλισε, έφτασε ο κόμπος στο χτένι
hincharle los huevos a alguien, πρήζω τα ‘’αυγά’’ κάποιου
¡manda huevos! οικ, ρε για άκου θράσος!, ¡manda huevos! ¡lo que uno tiene que oír!
ρε για άκου θράσος! τι μπορεί να ακούσει κανείς!
por huevos, με το ζόρι, ¡lo harás por huevos! θα το κάνεις θες δε θες!
tener huevos έχω κότσια, αυγά, ή μτφ, είμαι αλλόκοτος
tener los huevos de, por corbata, έχω τα αυγά στην γραβάτα= τα χρειάστηκα!
hueva 1. θ, αβγοτάραχο
2. σνθ, huevas de bacalao, ταραμάς
huevera πρχ αυγουλ-ιέρα
1. θ, καλαθάκι αβγών για μεταφορά, φύλαξη
2. αβγοθήκη
3. αυγουλιέρα σερβιρίσματος
4. ωοθήκη πτηνού
huevería 1. θ, αυγουλ-άδικο
huevero, ra 1. ε, πρχ αυγουλ-άρικος, -η, -ο, la producción huevera, ωο-παραγωγή
mercado huevero, αυγουλ-άρικη> αγορά αβγών
2. α θ, έμπορος αβγών, αυγουλάς
huevón, ona 1. ε, α θ, τεμπέλης, -α, -ικο, τεμπέλης, -λα, σαν να κλωσάει αυγά
2. χαζός, -ή, -ó, βλάκας
papahuevos 1. α, σε καρναβάλι, πρχ παπ-αυγός= χάχας
huevar 1. ρα, ωο-τοκώ
ahuevar 1. ρμ, δίνω μορφή αυγού σε κάτι, ahuevó las bolitas de mazapán,
έδωσε μορφή αυγού στις μπάλες της αμυγδαλόπαστας, μαρτσιπαν
2. δίνω στιλπνότητα με ασπράδια αυγού σε κρασί
ahuevado, da 1. ε, ωοειδής, -ής, -ές
aovado, da 1. ε, οβάλ
aovar 1. ρα, γεννώ αυγά για πτηνό, ερπετό
2. παράγω γόνους για ψάρι
desovar πρχ ξε-αυγίζω
1. ρα, ωοτοκώ για ψάρια
2. γεννώ αυγά για αμφίβια, ερπετά, έντομα
desove 1. α, ωοτοκία ψαριών
2. ωοτοκία για αμφίβια, ερπετά, έντομα
desovadero πρχ ξε-αυγο-τήριο
1. α, περίοδος ωοτοκίας
2. περιοχή ωοτοκίας
oviducto 1. α, ζωλ, αυγο-αγωγός= ωαγωγός
oviforme 1. ε, αυγό-μορφος= ωοειδής, -ής, -ές, οβάλ, αβγόσχημος, -η, -ο
oviparidad 1. θ, ζωλ, πρχ αυγο-πόρευση= ωο-τοκία
ovíparo, ovípara 1. ε, α θ, ζωλ, αυγο-πορος= ωοτόκος, -ος, -o, ωοτόκος
ovovivíparo 1. ε, α θ, αυγο-βιο-πόρος= ωοζωοτόκος, -ος, -o
oviscapto 1. α, ζωλ, ωοθέτης σκαπτικού τύπου
ovo 1. α, ατκ, διάκοσμος ωοειδούς σχήματος
óvolo 1. α, ατκ, διάκοσμος ωοειδούς σχήματος
ovogénesis 1. θ, βιο, ωογένεση
ovoide, ovoideo, dea 1. ε, ωοειδής, -ής, -ές, οβαλοειδής, -ής, -ές
ovolactovegetariano, na 1. ε, α θ, σχετικός, -ή, -ό με τους γαλακτο-αυγο-χορτοφάγους, γαλακτο-αυγο-χορτοφάγος
óvulo 1. α, ωάριο, σπερματική βλάστη
ovular 1. ρα, πρχ αυγο-λατώ= πραγματοποιώ ωορρηξία
ovulación 1. θ, ωορρηξία
ovular 1. ε, ωαρικός, -ή, -όσχετικός, -ή, -ό με το ωάριο
anovulación 1. θ, ιατ, ανωορρηξία
anovulatorio, ria 1. ε, ανωορρηκτικός, -ή, -ό
anovulatorio 1. α, αν-ωορρηκτικό= αντισυλληπτικό χάπι
ave πρχ αβε> αβγό, αυγό= πουλί, πτηνό
1. θ, πτηνό, πουλί
2. εκφ, ave acuática, υδρόβιο πτηνό
ave agorera, κακός οιωνός
ave canora, ωδικό πτηνό
ave de corral, πτηνό ορνιθώνα
ave del paraíso, παραδείσιο, εξωτικό πτηνό
ave de mal agüero, κακός οιωνός, κακό προμήνυμα
ave de presa, όρνεο
ave de rapiña, αρπακτικό πουλί
ave de ribera, καλοβατικό πτηνό
ave Fénix, Φοίνιξ (αστερισμός)
ave fría, σκοινο-πούλι, βανέλλος
ave marina, θαλασσοπούλι
ave nocturna, νυχτο-πούλι
ave pasajera, de paso, μεταναστευτικό πτηνό
ave rapaz, αρπακτικό πουλί
ave tonta, zonza, εμπέριζα η κίτρινη, κρασοπούλι
ave zancuda, γερανός
3. εκφ, ser un ave nocturna, ser un ave pasajera, de paso, είμαι νυχτοπούλι,
βγαίνω τα βράδια, de joven fue un ave de paso, por eso no formó familia alguna,
όταν ήταν νέος ήταν νυχτοπούλι, δε στέριωνε πουθενά και γι’ αυτό δεν έκανε οικογένεια
ser un ave tonta, zonza είναι χαζοπούλι
ave 1. επφ, χαίρει, ¡ave, César! χαίρε, Καίσαρ!
AVE 1. α, Alta Velocidad Española, τρένο υψηλής ταχύτητας
avechucho 1. α, αποκρουστικό πτηνό, un avechucho sucio está en el balcón,
ένα αποκρουστικό πτηνό είναι στο μπαλκόνι
2. μτφ, για άτομο, παλιάνθρωπος, ¡vaya avechucho! ¡echó de casa a su mujer!
κοίτα παλιάνθρωπος! έδιωξε από το σπίτι τη γυναίκα του!
avecilla 1. θ, πρχ αυγ-ουλάκι= νεοσσός, πουλάκι
2. εκφ, avecilla de las nieves, σουσουράδα
avemaria 1. θ, προσευχή Άβε Μαρία, reza 5 avemarias
θα πεις 5 φορές την προσευχή Άβε Μαρία
2. μσκ, Άβε Μαρία
3. εκφ, en un avemaria, εν ριπή οφθαλμού, στο άψε σβήσε
Ιο hizo en un avemaria, το έκανε εν ριπή οφθαλμού
saber algo como el avemaria, ξέρω κάτι απ’ έξω και ανακατωτά
Ave María 1. επφ, για έκπληξη, ¡ave María!, Κύριε των δυνάμεων!
2. για χαιρετισμό, χαίρε
avestruz 1. α, πρχ αυγο-στρουθος= στρουθοκάμηλος
aviar πρχ σχετικό με αυγά= πουλερικό
1. ε, πουλερικός, -ή, -ό, κτν, που σχετίζεται με τα πτηνά, gripe aviar,
γρίπη των πουλερικών, πτηνών
producción aviar, πτηνοτροφική παραγωγή
aviario, a 1. ε, κτν, πουλερικός, -ή, -ό, που σχετίζεται με τα πτηνά, gripe aviaria
γρίπη των πτηνών
producción aviaria, πτηνοτροφική παραγωγή
aviario 1. α, πρχ αυγ-άριο= συλλογή πτηνών
avión πρχ αυγόν= πτηνό> αεροπλάνο ή πρχ αβιον> αερο-βαινω> αεροπλάνο
1. α, αεροπλάνο, fuimos a Atenas en avión, πήγαμε στην Αθήνα με αεροπλάνο, αεροπορικώς
2. σνθ, avión a reacción, αεριωθούμενο
avión cisterna, αεροπλάνο δεξαμενή
avión cohete, διαστημικό αεροσκάφος
avión comercial, αεροσκάφος μεταφοράς εμπορευμάτων
avión de bombardeo, βομβαρδιστικό αεροσκάφος
avión de carga, εμπορικό αεροσκάφος
avión de caza, καταδιωκτικό αεροσκάφος
avión de largo alcance, de larga, distancia αεροσκάφος υπερπόντιων πτήσεων
avión de medio alcance, continental, αεροσκάφος μέσων αποστάσεων
avión de pasajeros, επιβατικό αεροσκάφος
avión de reconocimiento, αεροσκάφος αναγνώρισης
avión espía, κατασκοπευτικό αεροσκάφος
avión furtivo, αεροσκάφος μη ανιχνεύσιμο από τα ραντάρ
avión nodriza, αεροσκάφος ανεφοδιασμού
avión sin motor, ανεμο-πλάνο
avión supersónico, υπερ-ηχητικό αεροσκάφος
avión transcontinental, αεροσκάφος διηπειρωτικών πτήσεων
avionazo 1. α, συντριβή αεροσκάφους
avioneta 1. θ, ελαφρύ αεροσκάφος
aviónica 1. θ, αεροηλεκτρονική
aviación 1. θ, αεροπορία
2. σνθ, aviación civil πολιτική αεροπορία
aviación comercial, εμπορική αεροπορία
aviación militar, στρατιωτική αεροπορία
aviador, ra 1. α θ, αεροπόρος επαγγελματίας
avícola 1. ε, πρχ αυγο-καλλιεργητικό= πτηνο-τροφικός, -ή, -ό
avicultor, ra 1. α θ, πτηνο-τρόφος
avicultura 1. θ, πτηνο-τροφία
avifauna 1. θ, ζωλ, πτηνο-πανίδα
avutarda 1. θ, πρχ αυγο-ύστερο (αργό) = αγριό-γαλος
oca 1. θ, χήνα, πρχ οκα> οχα> χηνα
2. παιχνίδι φιδάκι
reoca 1. θ, πρχ ρε-οκα> υπερ-οκο> υπέροχο= εκφ, ser la reoca, οικ, για άτομο, πράγμα,
που ξεφεύγει απο το κανονικό, ξεχωρίζει με καλό ή κακό τρόπο,
su moto es la reoca, tiene hasta radio, η μηχανή του είναι η κορυφή, έχει μέχρι και ράδιο
ocarina 1. θ, μσκ, οκαρίνα