ATALAJE= ΠΡΧ ΑΟΡΤΗΡΑΣ> ΛΟΥΡΙ ΓΙΑ ΙΠΠΟΔΕΣΗ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
atalaje πρχ αταλαχε> αορτήρας ή τελαμώνας σαν λουρί
1. α, εξοπλισμός, συμπράγκαλα, mi hermano trajo todo su atalaje,
ο αδερφός μου έφερε όλα του τα συμπράγκαλα
2. ζέψιμο, σαγή αλόγων
3. σύνολο αλόγων που τραβούν την άμαξα
atelaje 1. α, φάλαρα, puso el atelaje a los caballos, έβαλε τα φάλαρα στα άλογα
2. σαγή, ιπποσκευή, cambia el atelaje por otro que esté más fresco,
άλλαξε την ιπποσκευή βάλε μια πιο καινούργια
atalajar 1. ρμ, ζεύω
telera 1. θ, αγρ, ρυθμιστής ύψους σε άροτρο