ASTENIA= ΠΡΧ ΑΣΘΕΝΙΑ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
astenia 1. θ, ιατ, λειτουργική εξ-ασθένηση, μυϊκή αδυναμία, καταβολή
asténico, ca 1. ε, α θ, ασθενικός, -ή, -ó, πάσχων, πάσχουσα από λειτουργική εξασθένηση
astenospermia 1. θ, ιατ, ασθενοσπερμία
astenosfera 1. θ, γωλ, ασθενόσφαιρα